Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Κώστας Τσιαντής-ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΊΑΣ


ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΓΩΓΗ  ΤΗΣ  ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΊΑΣ

Κώστας Τσιαντής
Καθηγητής ΤΕΙ Αθήνας-Τμήμα Ενεργειακής Τεχνολογίας,
Yπεύθυνος του ερευνητικού προγράμματος ΦΡΟΝΗΣΗ

Περίληψη. Στην εργασία αυτή παρουσιάζεται η θέση,  ότι η παραγωγή  καινοτομιών δεν είναι απλά τεχνικό ζήτημα, αλλά ζήτημα συνυφασμένο με τις συνθήκες απελευθέρωσης και προαγωγής της ανθρώπινης δημιουργικότητας σε επίπεδο προσωπικό, κοινωνικό, εκπαιδευτικό,  οργανωτικό, θεσμικό, πολιτισμικό, πνευματικό. Οι συνθήκες αυτές βρίσκονται επί μακρόν με αντεστραμμένο πρόσημοΗ Ηη. Η ανάπτυξη καινοτομιών αφορά όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και ευθύνη του σύγχρονου  δημιουργού  και  πολίτη  είναι η εναρμόνιση των οικονομικών και τεχνικών δυνατοτήτων με τις κοινωνικές ανάγκες και την προστασία  του περιβάλλοντος ζωής και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Η οικονομική και αναπτυξιακή έκφραση της καινοτομίας  απαιτεί τον πρακτικό μετασχηματισμό του cοrpus των γνώσεων, την ενθάρρυνση  του επιχειρείν σε κάθε παραγωγικό και πολιτιστικό τομέα, τη δημιουργία συνθηκών για επενδύσεις, καθώς και ικανότητες συνεργασίας και επικοινωνίας με άλλους λαούς και πολιτισμούς. Η ανάπτυξη καινοτομιών στα ΤΕΙ απαιτεί τη δημιουργία  παρατηρητηρίων και κέντρων καινοτομίας, την αναβάθμιση της θέσης της λειτουργικής τεχνικής κατασκευής μέσα στο πρόγραμμα, την ανάπτυξη αυτοδύναμων μεταπτυχιακών προγραμμάτων, την ίδρυση τμημάτων  αειφόρου ανάπτυξης και διαχείρισης γνώσης, καθώς και τη δυνατότητα των ΤΕΙ να επενδύουν  στην παραγωγική αξιοποίηση καινοτόμων γνώσεων και  τεχνολογιών  που επιφέρουν οικονομικούς  πόρους και  υψηλό κύρος στο ίδρυμα.

Ι.
 ΑΝΑΠΤΥΞΗ  ΚΑΙ  ΣΥΝΘΗΚΕΣ  ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
    Σε πρόσφατες έρευνες, που είναι καταχωρημένες στο διαδίκτυο, δίδονται στοιχεία για τα κύρια προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, καθώς και  οι προοπτικές που συνάπτονται με την τεχνολογική καινοτομία και την ανάπτυξη της χώρας  μας, μέσα στο ανταγωνιστικό  περιβάλλον της παγκόσμιας αγοράς. Σχετικά με τα προβλήματα, ενδεικτική είναι η  ετήσια έκθεση  του οργανισμού World Economic Forum (W.E.F), όπου καταγράφεται ο χαμηλός δείκτης ανταγωνιστικότητας  που εμφανίζει  η χώρα μας έναντι των άλλων χωρών (βρίσκεται στην 50η θέση)[1]. Όσον αφορά τις προοπτικές, αξιοσημείωτη είναι η πανελλαδική  έρευνα της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (Γ.Γ.Ε.Τ., 2004), με τίτλο Τεχνολογική Προοπτική Διερεύνηση  στην Ελλάδα (Κούκιος, Αγραφιώτης), στην οποία διερευνώνται οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και οι αναπτυξιακές κατευθύνσεις ανά κλάδο παραγωγής. Χρονικός ορίζοντας των  προβλέψεων και σεναρίων αυτών των μελετών είναι τα έτη 2015 και 2021 και πλαίσιο αναφοράς τους μια Ευρώπη, η οποία «ανταγωνίζεται τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία στις νέες ερευνητικές και τεχνολογικές περιοχές», ενώ συνάμα χαρακτηρίζεται από «άνθιση της επιχειρηματικότητας, διάχυση των τεχνολογιών, προώθηση των καινοτομιών και ισχυρή ανάπτυξη»[2].
     Παρά το σημαντικό ενδιαφέρον που έχουν οι προαναφερθείσες έρευνες, το πρόβλημα με την τεχνολογία και την ανάπτυξη δεν εξαντλείται στο να καταγράψουμε το πού βρισκόμαστε  ως χώρα και το πού ενδέχεται  να πάμε. Σκληρός πυρήνας του προβλήματος παραμένει το πώς θα πετύχουμε  το στόχο της ανάπτυξης, ήγουν: το πώς διαμορφώνουμε ως  χώρα  τις συνθήκες για  την ενεργοποίηση των  ανθρώπινων δυνατοτήτων, το πώς διαχειριζόμαστε το μεγάλο κοινωνικό κεφάλαιο που λέγεται ανθρώπινη δημιουργικότητα, το πώς ενεργοποιούμε και προάγουμε εκπαιδευτικά την τεχνική δημιουργικότητα, το πώς  επενδύουμε σε αναπτυξιακά-παραγωγικά έργα, το πώς μετατρέπουμε  τη δημιουργικότητα σε  καινοτομία και  προϊόν που μπορεί να σταθεί στην  αγορά. Μαζί με τα ζητήματα αυτά, το πρόβλημα της τεχνολογίας είναι συνυφασμένο με το πώς κατανοούμε, διαχειριζόμαστε και αντιμετωπίζουμε (ως πολίτες και συντελεστές της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής) το ζήτημα των επιπτώσεων της τεχνολογίας πάνω στον άνθρωπο, την κοινωνία και τη φύση∙ με το πώς αντιδρούμε απέναντι στην κατάρρευση του περιβάλλοντος ζωής, την εξαφάνιση  των ειδών, τη διογκούμενη ανεργία και ανισότητα, την κοινωνική περιθωριοποίηση και αποξένωση του ανθρώπου, το  μαράζωμα  της προσωπικής ύπαρξης,  την επικίνδυνη αύξηση των ψυχικών παθήσεων ανάμεσα στον πληθυσμό.
     Έχουμε  ως εκπαιδευτική κοινότητα κατανοήσει αυτά τα προβλήματα  και σε ποιο βαθμό;  Τί ζητάμε απ’ την τεχνολογία; Τι θέλουμε ως λαός και τί μπορούμε;  Είμαστε  αποφασισμένοι  να  λάβουμε μέρος στο παιχνίδι της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας; Ποια  είναι τα εμπόδια  που εμφανίζονται και πώς τα ξεπερνούμε;      Τι εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν;
     Το πρόβλημα στη συνολική του μορφή είναι αρκετά  σύνθετο και πολυσχιδές.  Εδώ περιοριζόμαστε σε μια πρώτη διερεύνηση  των παραγόντων του προβλήματος, στον εντοπισμό των εκπαιδευτικών μέτρων που απαιτεί η αντιμετώπισή του καθώς και του ρόλου μας  ως  ακαδημαϊκή κοινότητα στην προαγωγή της καινοτομίας.
ΙΙ
ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ  ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ  ΚΑΙ   ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΗΣ  ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ
    
1. Προσωπικοί  και ψυχοδιανοητικοί παράγοντες της καινοτομίας.
      Η  πρώτη κατηγορία εμποδίων  για την απελευθέρωση της δημιουργικότητας και την ανάπτυξη της καινοτομίας αφορά  την ψυχοδιανοητική κατάσταση του δημιουργού.
        Η ανάπτυξη της τεχνολογίας δεν είναι απλά τεχνικό πρόβλημα. Η τεχνολογία  επινοείται και παράγεται από ανθρώπους. Αλλά  η   ενεργοποίηση της δημιουργικότητας, την οποία εκ φύσεως φέρει κάθε άνθρωπος, δεν είναι μια αυτόματη διαδικασία. Ως κοινωνικά όντα οι άνθρωποι προσδιορίζονται από τις  συνθήκες της κοινωνίας-του περιβάλλοντος μέσα στην οποία ζουν,  αλλά και από   τη δυνατότητά τους να δημιουργούν οι  ίδιοι τις συνθήκες της  ζωής τους.  Αν ως επιστήμονες, ως  δάσκαλοι και  ως πολίτες έχουμε κάποιο ρόλο να παίξουμε σ’ αυτή τη διαδικασία, ο ρόλος μας αυτός επικεντρώνεται στο πώς θα βοηθήσουμε τη νέα γενιά να ξεπεράσει τις συνθήκες  που καταπνίγουν τη δημιουργικότητά της  και   την κρατούν δέσμια της αδράνειας και  της  απογοήτευσης.
       Η  πολιτεία, η διοίκηση και όλοι οι κοινωνικοί και εκπαιδευτικοί φορείς, αν θέλουν την ανάπτυξη της καινοτομίας στη χώρα μας,  έχουν πρωταρχικό καθήκον να  βοηθήσουν στην ψυχο-διανοητική απελευθέρωση του ανθρώπου από την υποταγή του στη μοίρα και  στο  ρεαλισμό του «αυτό δεν γίνεται», τον οποίο έχουν επιβάλει παγιωμένες επί χρόνια αντιλήψεις και πρακτικές. Η απελευθέρωση της δημιουργικότητας και η ανάπτυξη της καινοτομίας προϋποθέτουν το ξεπέρασμα της νοοτροπίας του «δεν γίνεται», που ακούγεται ως πρώτος λόγος σε κάθε περίσταση. Απαιτούν την ενθάρρυνση της νεολαίας ν’ ανακαλύψει τις δυνατότητες της, ν’ αναλάβει πρωτοβουλίες και να ξεπεράσει το  τέλμα της απογοήτευσης και της παραίτησης απ’ κάθε δημιουργικό όραμα και επινόηση.  Ανάδειξη της καινοτομίας σημαίνει πρώτιστα ανάδειξη στον άνθρωπο του αισθήματος της  αυτοπεποίθησης και της  εμπιστοσύνης  στις  δυνάμεις του καθώς και στη δυνατότητα έλλογης διαχείρισης  των πραγμάτων.   
      Πέραν αυτού, η ανάπτυξη της καινοτομίας απαιτεί κατανόηση και σεβασμό απέναντι στην   πλάνη και την αποτυχία που εμφωλεύουν σε κάθε δημιουργικό εγχείρημα. Η ανάδειξη της καινοτομίας προϋποθέτει τόλμη στην ανάληψη από το δημιουργό του κινδύνου της αποτυχίας∙ προϋποθέτει υπομονή και επιμονή στη διαχείριση των δυσκολιών και της αποτυχίας. Κατά τη φάση της δοκιμασίας του ο δημιουργός  χρειάζεται τη στήριξή μας και την κατάφαση εκ μέρους μας  της αλήθειας ότι καινοτομία σημαίνει  ικανότητα να μαθαίνεις από τα λάθη και τις αποτυχίες σου. Αν ο ερευνητής  δεν στηριχτεί κατά τη φάση της κυοφορίας και δοκιμασίας  των ιδεών του -της οποίας η διάρκεια δεν είναι προσδιορίσιμη, τότε υπονομεύεται η βάση για να  ξεπερασθεί η  δυσκολία και να επιτευχθεί κάτι σημαντικό και μεγάλο.  
Κοινωνικοί παράγοντες της καινοτομίας
      Η  δεύτερη κατηγορία εμποδίων αφορά την κοινωνία.
     Οι εμπειρίες  ζωής, που βίωσε ο καθένας μας  σ’ αυτόν τον τόπο, πιστεύω πως αρκούν για να βεβαιώσουν το πόσο αρνητικά η κοινωνία, η πολιτεία και το εκπαιδευτικό μας σύστημα διαχειρίστηκαν μέχρι σήμερα τη δημιουργικότητα του ανθρώπου. Ουσιαστικά την κατέπνιξαν και  την καταπνίγουν- με λίγες μόνο εξαιρέσεις.
      Τη δημιουργικότητα  καταπνίγει η δημόσια διοίκηση όταν, κάθε φορά που επιχειρείς  να κάνεις κάτι, δεν σου λέει κανείς το πώς αυτό γίνεται, αλλά  σου επικαλούνται χίλιους δυο λόγους για το πώς δεν  γίνεται. Τη δημιουργικότητα καταπνίγει η ατέρμονη και δαιδαλώδης νομοθεσία μας, τ’ άρθρα της οποίας δεν  ενθαρρύνουν την κοινωνική δημιουργία και την παραγωγή εγχώριας τεχνολογίας, αλλά  τη συντήρηση  του χτες και την εισαγωγή τεχνολογίας από το εξωτερικό. Τη δημιουργικότητα καταπνίγει η κοινωνική νοοτροπία μας, όταν δεν ενθαρρύνει  την  υγιή επιχειρηματικότητα και δεν στηρίζει ηθικά το επιχειρείν.  Τη δημιουργικότητα  καταπνίγει η παιδεία μας, όταν στερεί το πρόγραμμα από συνδετικούς κόμβους –projects  που ενοποιούν γνώσεις, τεχνικές και επινοήσεις, ενώ  επιμένει αποκλειστικά σε μια σειρά μαθημάτων που δεν βρίσκουν εύκολα  τη λειτουργική  τους  ολοκλήρωση.
        Η τεχνική καινοτομία  λείπει από τα σημερινά εκπαιδευτικά προγράμματα, ακριβώς όπως έλειπε από τα προγράμματα που μας  διαμόρφωσαν κάποτε  ως επιστήμονες και τεχνικούς. Είναι καιρός ν’ αλλάξουμε τις εκπαιδευτικές  συνθήκες, έτσι ώστε αντί να ζητάμε σταθερά απ’ τη νεολαία ν΄ απομνημονεύει τύπους και να μας επαναλαμβάνει έτοιμες λύσεις,  να ζητάμε να αναλάβει το δικό της ενεργητικό ρόλο στη μάθηση και  την τεχνική και επιχειρηματική δημιουργία.
Γνωσιολογικοί παράγοντες της καινοτομίας
     Η  τρίτη κατηγορία εμποδίων  για την απελευθέρωση της δημιουργικότητας και την παραγωγή  καινοτομιών αφορά την αντίληψή μας για τη γνώση.
     Καινοτόμος ανάπτυξη και τεχνολογία  δεν μπορεί να παραχθούν όσο  μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας επικρατεί η αίσθηση ότι Επιστήμη και Τεχνολογία αποτελούν μυστήριο που μπορούν να το κατανοήσουν μόνο λίγοι πεφωτισμένοι. Ως   δάσκαλοι στα ΤΕΙ  δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να προσπαθούμε καθημερινά να διαψεύσουμε το πιο πάνω απαρχαιωμένο δόγμα και να μετατρέψουμε σε διδακτική  πράξη την αρχή, ότι Επιστήμη και Τεχνολογία  αποτελούν έλλογες οντότητες, με  συγκρότηση διάφανη και προσβάσιμη σε κάθε ενδιαφερόμενο. Η πραγμάτωση αυτής της αρχής (που διαφεύγει  δυστυχώς της προσοχής  των ιθυνόντων) απαιτεί  ζήλο, υπομονή και κόπο, αφού το φως της γνώσης- κατά  τη διδακτική του μεταφορά- πρέπει να  παραμείνει φως και να μη μετατραπεί σε σύθαμπο  ή αόριστο νεφέλωμα. Η κατανόηση είναι η αφετηρία της μάθησης και απαιτεί σαφήνεια και έμφαση στη  δομή  του γνωστικού αντικειμένου-και όχι στην άσχετη λεπτομέρεια.  Η ανάπτυξη  καινοτομιών δεν προχωρά χωρίς αυτή τη συνθήκη.
       Καινοτόμος ανάπτυξη, επίσης, δεν μπορεί να παραχθεί όσο συντηρούμε την αντίληψη ότι, αφού υπολειπόμαστε ως χώρα σε θεωρητική και  βασική έρευνα, τίποτα καινοτομικό δεν μπορούμε να κάνουμε. Η αντίληψη αυτή είναι λάθος: Πρώτον,  γιατί η διάχυση της γνώσης, η οποία είναι σήμερα δυνατή μέσα από την ανάπτυξη των βιβλιοθηκών και τις  ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, δεν επιτρέπει ένα τέτοιο ισχυρισμό. Δεύτερον, γιατί μια καινοτομική ιδέα μπορεί να αποτελέσει βάση για επιστημονική-τεχνική συνεργασία με άλλα ιδρύματα ή φορείς.   Και τρίτον, γιατί οι παραγωγοί καινοτομιών, οι εφευρέτες και οι κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας με πρακτική-οικονομική σημασία δεν ανήκουν κατ’ ανάγκη στον ακαδημαϊκό χώρο ή στο χώρο της θεωρητικής και βασικής έρευνας. Στην αρμοδιότητα των χώρων αυτών βρίσκονται βεβαίως οι τεχνολογικές επαναστάσεις, αλλά όχι κατ’ ανάγκη και οι τεχνικές καινοτομίες. Οι τεχνικές καινοτομίες μπορεί να προέλθουν από ανθρώπους με πρακτικά και παραγωγικά ενδιαφέροντα: ανθρώπους που έχουν τεχνικές γνώσεις, που γνωρίζουν την οικονομία, την παραγωγή  και τις κοινωνικές ανάγκες, που έχουν εμπειρία από το χώρο της εργασίας και μπορούν να συνδέουν όλα τα προηγούμενα με μια καινοτόμο ιδέα, η υλοποίηση της οποίας έχει πρακτικό και οικονομικό αποτέλεσμα. Βεβαίως, όσο περισσότερες  γνώσεις έχει κανείς τόσο καλύτερα μπορεί να αποδώσει στο δημιουργικό του έργο. Αλλά όσες γνώσεις κι’ αν έχει δεν μπορεί να τις μετατρέψει σε καινοτομία,  αν  ο ίδιος δεν είναι εξοικειωμένος στην  ενεργοποίηση και  πρακτική έκφραση της δημιουργικότητάς του.
Εκπαιδευτικοί, οργανωτικοί και θεσμικοί  παράγοντες της καινοτομίας
     Η  τέταρτη κατηγορία εμποδίων αφορά τον τρόπο με τον οποίο η παιδεία διαχειρίζεται τη δημιουργικότητα στον τόπο μας. Εδώ θ’ αναφερθούμε μόνο στο χώρο των ΤΕΙ,  διατυπώνοντας  επιγραμματικά κάποιες προτάσεις.
     Για να συμβάλλουν τα ΤΕΙ στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας και της τεχνικής καινοτομίας  απαιτείται  μια σειρά αλλαγών σε επίπεδο διοικητικό, οργανωτικό, και θεσμικό. 
1. Μέσα στα ΤΕΙ είναι ανάγκη  να λειτουργήσουν εργαστήρια καινοτομιών, για αξιοποίηση των ιδεών του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού αλλά και των σπουδαστών. Πρέπει συνάμα να  λειτουργήσουν παρατηρητήρια καινοτομιών, για  παρακολούθηση και αποτίμηση των καινοτομιών, που παράγονται διεθνώς, καθώς  και για  ενημέρωση κάθε  ενδιαφερόμενου.
2. Τα ΤΕΙ πρέπει ν’ αναπτύξουν τη συνεργασία τους με τ’ άλλα ανώτατα ιδρύματα-  Πανεπιστήμια, Πολυτεχνεία- .και ν’ αξιοποιήσουν έρευνες, όπως η Τεχνολογική προοπτική διερεύνηση, προκειμένου να προσδιορίσουν το μέλλον τους και ν’ αναμορφώσουν το περιεχόμενο  σπουδών τους.
3. Τα ΤΕΙ πρέπει να δημιουργήσουν συνθήκες για την προαγωγή των ιδεών και πρωτοβουλιών των καθηγητών τους, που σήμερα  δεν έχουν δυνατότητα να κάνουν κάτι από μόνοι τους,  πέρα από την τήρηση  σειράς κανονιστικών διατάξεων και  την εκλιπάρηση γραφειοκρατικών αποφάσεων.
4.  Για την απελευθέρωση και προαγωγή της δημιουργικότητας τα  ΤΕΙ πρέπει κατ’ αρχήν:
-ν’ αυξήσουν την αυτονομία και την αυτοτέλειά τους, 
-ν’  αλλάξουν  το συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης και εξουσίας
-να αποκεντρώσουν αρμοδιότητες
-ν’ αναπτύξουν αυτοδύναμα μεταπτυχιακά προγράμματα
-να καταστήσουν τα  projects  έρευνας και ανάπτυξης καινοτομιών αναπόσπαστο τμήμα του εκπαιδευτικού προγράμματος και των πτυχιακών εργασιών.
-να ενσκήψουν στον διδακτικό και παραγωγικό μετασχηματισμό του cοrpus των  γνώσεων 
-να δημιουργήσουν τμήματα αειφόρου ανάπτυξης και διαχείρισης γνώσης
-να δημιουργήσουν  συνθήκες για  επικοινωνία και ανάπτυξη των σχέσεων  με άλλα ιδρύματα και φορείς, αλλά και  άλλους λαούς και πολιτισμούς.
5. Η ανάπτυξη της δημιουργικότητας και της καινοτομίας στο χώρο των ΤΕΙ απαιτεί τη δυνατότητα των ΤΕΙ να έχουν ίδιους  πόρους και να επενδύουν - μαζί με άλλους φορείς- σε παραγωγικές δραστηριότητες αιχμής, όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η παραγωγή λογισμικού, η κατασκευή ηλεκτρονικών συσκευών, η λειτουργία τηλεοπτικού καναλιού, η αξιοποίηση της ηλεκτρονικής μάθησης, η προβολή του ελληνικού πολιτισμού  κλπ.  Το ΤΕΙ πρέπει από απλός εκπαιδευτικός οργανισμός να μετατραπεί σε εκπαιδευτικό, ερευνητικό και αναπτυξιακό οργανισμό, πράγμα που θα συμβάλλει στην οργανική ανάπτυξη της σχέσης του  με την παραγωγή, στην αναβάθμιση της αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων του, στη δημιουργία  συνθηκών για πρόσκτηση  ιδίων πόρων, αλλά και στην κοινωνική ενίσχυση του  ρόλου  και  του ακαδημαϊκού κύρους των ιδρυμάτων.
Πολιτισμικοί παράγοντες της καινοτομίας
      Η  πέμπτη κατηγορία   εμποδίων  για την παραγωγική απελευθέρωση της δημιουργικότητας   αφορά τους πολιτισμικούς παράγοντες της καινοτομίας.
     Η   τεχνική καινοτομία είναι συνυφασμένη με την οικονομία και την αναγνώριση των υλικών αναγκών και των αξιών μιας κοινωνίας-  την πρακτική της καθημερινής ζωής. Μπροστά στην παγκοσμιοποίηση της αγοράς, τα ΤΕΙ πρέπει να δώσουν στους σπουδαστές τους ευκαιρίες για σπουδές στον πολιτισμό και στις  αναδυόμενες ξένες γλώσσες. Καινοτομία δεν είναι μόνο η ανακάλυψη των δικτύων ψηφιακής επικοινωνίας για οικονομικές συναλλαγές με άλλους λαούς.  Καινοτομία  είναι και η ανακάλυψη του τρόπου σκέπτεσθαι  άλλων λαών  και πολιτισμών, η οποία κάνει εφικτή την κατανόηση των φόβων και των προσδοκιών τους και ενισχύει την αμοιβαία εμπιστοσύνη  για πολύπλευρη συνεργασία.
     Οι οικονομικές αποφάσεις δεν προσδιορίζονται  σήμερα με κριτήρια μόνο οικονομικά ή γεωπολιτικά, αλλά συγχρόνως με κριτήρια πολιτιστικά. Οικονομία, πολιτική και πολιτισμός αναπτύσσουν στην εποχή της παγκοσμιοποίησης  μια τριπολική διαλεκτική  σχέση. Τα ΤΕΙ πρέπει να προετοιμάσουν τους σπουδαστές τους γι’ αυτή τη σχέση.   
     Μέσα στο τρίγωνο «οικονομία-πολιτική-πολιτισμός»  βρίσκονται σήμερα σε αντιπαράθεση δύο εξελισσόμενες διαδικασίες. Από τη μια,  τα πολιτιστικά πρότυπα δέχονται την πρόκληση  της Επιστήμης να αποκαθαρθούν από προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες και να  επανακυρώσουν ελεύθερα την ταυτότητά τους στα πιο βαθιά θεμέλια του σκέπτεσθαι. Από την άλλη, δέχονται την επέλαση ενός ισοπεδωτικού πολιτιστικού πνεύματος  που  πάει  να αφανίσει τις  φυσιογνωμίες των πολιτισμών και να επιβληθεί βίαια διεθνώς.  Η αντίθεση αυτή βρίσκεται σήμερα στο προσκήνιο της παγκόσμιας ιστορίας, δημιουργώντας από τη μια  αισιοδοξία για το μέλλον, κι’ από την άλλη ανασφάλεια και βίαιες αντιδράσεις. Ενώπιον της κατάστασης αυτής, το πλεονέκτημα στην παγκόσμια σκηνή δεν βρίσκεται απλά στους οικονομικά και τεχνολογικά ισχυρούς,  αλλά και στους λαούς εκείνους που μπορούν να κατανοήσουν τους άλλους, να εμπνεύσουν  σεβασμό και να κερδίσουν  την εμπιστοσύνη τους.
     Βέβαια η κατανόηση αυτή δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Απαιτεί έρευνα στις ρίζες κάθε πολιτισμού και προπαντός μια σκέψη άδολη, απροκατάληπτη και πολυδιάστατη, που σήμερα είναι σπάνια αλλά όσο ποτέ αναγκαία[3].

ΙΙΙ
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
        Ζούμε  ακόμα την εποχή της τεχνικής[4], έγραφε ο Κώστας Αξελός∙ ο κόσμος της τεχνολογίας μόλις τώρα ξανοίγεται μπροστά μας. Ο κόσμος αυτός μας παραπέμπει ξανά στο ερώτημα «ποιοι είμαστε», «τί θέλουμε να είμαστε», «τί σημαίνει να είμαστε»;  Η σύγχρονη τεχνολογία- κινητήρια δύναμη  των εξελίξεων στην κοινωνία και τον πολιτισμό- μας προσφέρεται ως  μεγάλη πρόκληση αλλά κι’ ως ένας μεγάλος κίνδυνος. Για να επιβιώσει  βιολογικά και ηθικά ο σύγχρονος άνθρωπος,  πρέπει να βρει   τρόπο να διαχειρισθεί  έλλογα τη σχέση του με την τεχνολογία, την οποία  μέχρι σήμερα δεν  διαχειρίστηκε  με φρόνηση.   Η ευθύνη για το ζήτημα αυτό δεν ανήκει ασφαλώς μόνο στην αρμοδιότητα των φιλοσόφων, των επιστημόνων,  των οικονομικών παραγόντων και των πολιτικών. Η έλλογη διαχείριση της ανθρώπινης δημιουργικότητας και γνώσης γίνεται σήμερα ζήτημα  των πολιτών, και απαιτεί θεσμούς συμμετοχής  της κοινωνίας στην πολιτική για την τεχνολογία και την ανάπτυξη.
      Τα ΤΕΙ  πρέπει να προετοιμάσουν τους σπουδαστές τους γι’ αυτή την ευθύνη και τη σπουδή της σχέσης τεχνολογίας- κοινωνίας-πολιτισμού. Το γεγονός αυτό δεν προαπαιτεί απλά γνώση, αλλά  διάνοιξη χώρου για αναστοχασμό και  πνευματική όραση, για ωρίμανση της ευθύνης μας ενώπιον του Ανθρώπου. Αυτό είναι το «μέγιστο μάθημα», έγραφε ο Γ. Κυριαζόπουλος, και σ’ αυτό έγκειται σήμερα  η ευθύνη της φιλοσοφίας.  Το μάθημα αυτό θα μπορούσε «να κληθεί εξανθρωπισμός της Τεχνικής  ή φιλοσοφική αγωγή». Όπως  τόνιζε: «‘Ο,τι χρειάζεται σήμερον ο άνθρωπος είναι η συνείδησις της ιστορικής του στιγμής.[..]. ‘Ισως η φιλοσοφία ουδέποτε υπήρξεν εις το ανθρωπιστικόν της νόημα τόσον αναγκαία, όσον κατά την τρέχουσαν ώραν της ιστορίας»[5].
ΠΗΓΕΣ



[1] World Economic Forum (W.E.F), Global Competitiveness Report, 2004.
[2] Από τα αποτελέσματα της  έρευνας «Τεχνολογική Προοπτική Διερεύνηση στην Ελλάδα», που βρίσκονται καταχωρημένα στην  ιστοσελίδα  της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας.
[3] Μια τέτοια σκέψη μας κληρονόμησε ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός, για τον οποίο κυκλοφορούν ανάμεσά μας πλήθος παραμορφωμένες εικόνες. Μια πρόσβαση σ’ αυτή τη σκέψη επιχειρήσαμε με πρόσφατο άρθρο μας, ως μια συμβολή στην προσπάθεια για μια αυθεντική σύγχρονη ανάγνωση της ελληνικής φιλοσοφίας. Δες Κ. Τσιαντής,  «Ενώπιον του όντος- θεμελιώδεις τρόποι του νοείν στην κλασική φιλοσοφία»,  1ο  Παγκόσμιο Ολυμπιακό Συνέδριο Φιλοσοφίας: Φιλοσοφία, ανταγωνιστικότητα και αγαθός βίος,  Αθήνα-Σπέτσες, 27 Ιουνίου-4 Ιουλίου 2004. Περιλαμβάνεται στον 2ο τόμο των πρακτικών του συνεδρίου, που επιμελήθηκε ο καθηγητής φιλοσοφίας  Κ. Βουδούρης και εξέδωσε  η Διεθνής Εταιρεία Ελληνικής Φιλοσοφίας.
[4] Αξελός, Κώστας.  Από τη μυθολογία στην τεχνολογία, (μετφ. Κατερίνα Δασκαλάκη), Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα, Φυλλάδιο 9ο  , 1986.                                                                     
[5] Κυριαζόπουλος, «Το μέγιστον μάθημα»,  στο  Ενώπιον της τεχνικής, Αθήνα : Εκδόσεις. Γρηγόρη, 1971, σ.80. 

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Κωνσταντίνα Τσιαντή-ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΚΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ



Η Προσχολική Αγωγή, επιστημονικά τεκμηριωμένα, θεωρείται σημαντική, στην διαμόρφωση του ανθρώπινου χαρακτήρα.
Επίσης στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου, συνεισφέρει σε όλους τους αναπτυξιακούς τομείς όπως, στην γνωστική ανάπτυξη, την συναισθηματική, την κοινωνική, την ανάπτυξη του ήθους, την ψυχοκινητική, την αισθητική ανάπτυξη, στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, της δημιουργικής έκφρασης, και των δεξιοτήτων ορθών στάσεων και αξιών ζωής.
Συνεισφέρει στην προετοιμασία των παιδιών για την επόμενη βαθμίδα που είναι το Δημοτικό σχολείο και στην μεγιστοποίηση των δυνατοτήτων τους για σχολική επιτυχία, ανάπτυξη γνωρισμάτων της προσωπικότητας, όπως η αυτοπεποίθηση και η αισιοδοξία, η πρωτοβουλία και η επιμονή.
Ο Σκοπός του Νηπιαγωγείου είναι η διαπαιδαγώγηση, με την κατάλληλη και οργανωμένη παρέμβαση του -της νηπιαγωγού, μέσα σε ένα πλαίσιο αυτενέργειας και αυθόρμητης έκφρασης του παιδιού, με σκοπό να ανακαλύψει και να γνωρίσει τον κόσμο, να αναπτύξει τις αισθησιοκινητικές και ψυχοσωματικές του ικανότητες, να δημιουργήσει και να αναγνωρίσει συμβιωτικές σχέσεις και σχέσεις συνύπαρξης και να κάνει τα πρώτα βήματα στην ανάπτυξη και την δημιουργία της κοινωνικής συνείδησης. Είναι η ανάπτυξη της επικοινωνιακής του ικανότητας με τα υπόλοιπα παιδιά του σχολείου και με τους άλλους ανθρώπους.
Μέσα στους στόχους του Νηπιαγωγείου είναι η διαμόρφωση μιας κουλτούρας ενός πνευματικά και ηθικά κοσμοπολίτικου ανθρώπου. Οι πανανθρώπινες αξίες – αξίες ζωής, θα πρέπει να είναι μέσα στην διαπαιδαγώγηση με τρόπο βιωματικό, μέσα από ιστορίες και παιχνίδια και να εξελίσσονται καθώς το παιδί μεγαλώνει.
Το κοσμοπολίτικο ήθος αναφέρεται σε μια διεθνιστική ηθική, δίνει δηλαδή έμφαση στην ανάπτυξη των καθηκόντων των ανθρώπων απέναντι στην κοινωνία και απέναντι στην ανθρωπότητα για την διασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης, της δημοκρατίας, της αποδοχής του διαφορετικού, της ενσυναίσθησης, της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης και της ισότητας.
Στο παιδαγωγικό πλαίσιο δίνεται μεγάλη σημασία στην κοινωνικοποίηση, να καταφέρουν δηλαδή τα παιδιά μέσα από το ομαδικό παιχνίδι, το θεατρικό παιχνίδι, την ψυχοκινητική, να αναπτύξουν αυτοπειθαρχία και καλές συνήθειες με σεβασμό στον “ εαυτό τους “ και στους “ άλλους “. Αυτό σημαίνει όχι μόνο σεβασμός του “άλλου” ως προς της συμπεριφορά και μόνο από υποχρέωση, αλλά με έμπνευση και κυρίως από καθήκον, με στόχο όχι την εξάλειψη της διαφορετικότητας των ανθρώπων στο μέλλον, αλλά στην αλλαγή του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζουμε και “βλέπουμε” αυτή την διαφορετικότητα, όποια και αν είναι αυτή.
Παράλληλα προκειμένου να μπορέσουν οι λαοί να ξεπεράσουν τις ιστορικές τους μνήμες με περιόδους σύγκρουσης μεταξύ τους, θα πρέπει το σχολείο ξεκινώντας από το Νηπιαγωγείο, να συμβάλλει σε αυτό, με την κουλτούρα που προωθεί τη “ συγχώρεση “...
Ο κοσμοπολιτισμός επομένως αφορά τη σχέση του “ εμείς “ με τους “ άλλους “ και οραματίζεται την συναδέλφωση και την ειρηνική συμβίωση των λαών.
Βασικός σκοπός του Νηπιαγωγείου είναι η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης για την εξεύρεση λύσεων προβλημάτων στην καθημερινότητά τους καθώς και σωστών επιλογών που βελτιώνουν και κατοχυρώνουν την ποιότητα της προσωπικής και της κοινωνικής ζωής. Είναι η αγωγή και η διαμόρφωση κανόνων ζωής όπως είναι η γνώση της αξίας της σωστής διατροφής για την καλή υγεία και σωματική ανάπτυξη στην διάρκεια της ζωής, η ευθύνη της προσωπικής μέριμνας για την φροντίδα και υγιεινή του σώματος και του περιβάλλοντα χώρου.
Μέσα στον σκοπό του Νηπιαγωγείου είναι η η ευαισθητοποίηση των παιδιών σε περιβαλλοντικά θέματα για την δημιουργία μιας νέας άποψης και για την ανάπτυξη μιας υπεύθυνης συμπεριφοράς στα πλαίσια της προστασίας και της βελτίωσης του περιβάλλοντος. Είναι η ανάπτυξη και επέκταση των κοινωνικών τους ενστίκτων και των συμπαθειών σε όλα τα μέλη της βιοκοινότητας, έστω και αν διαφέρουν από αυτό κατά το γένος. Μια τέτοια θεώρηση των μη ανθρωπίνων όντων συντελεί στη διεύρυνση της ηθικής κοινότητας, εφόσον οι άνθρωποι αποδίδουν ηθική αξία σε άλλα είδη ζωής.
Επειδή ο άνθρωπος δεν επικοινωνεί με την φύση με τον ίδιο τρόπο που επικοινωνεί με τον άλλο άνθρωπο, (π.χ. μέσω της αμοιβαιότητας), αλλά με με μια μονόδρομη υπευθυνότητα του ανθρώπου προς την φύση, αυτό οδηγεί και σε μια βαθειά αλτρουϊστική συμπεριφορά προς τα άλλα όντα και αντικείμενα του φυσικού κόσμου.
Η παραπάνω αντίληψη αποτελεί τον πυρήνα της οικοκεντρικής προσέγγισης. (Η γη το σπίτι όλων ).
Το υπάρχον πλαίσιο προγράμματος σπουδών για το Νηπιαγωγείο προβλέπει σαν ρόλο του Νηπιαγωγείου την εκπαίδευση, με σκοπό την εκγύμναση των παιδιών, από αυτήν την ηλικία των 4 – 5 χρόνων, στις απαιτούμενες από την αγορά δεξιότητες.
Είναι κατηγορηματική η αντίθεσή μας για την εισαγωγή του Νηπιαγωγείου στην κατεύθυνση αυτή, καθώς επίσης και στη “σχολειοποίησή” του, καθότι η πρόωρη εκπαίδευση αποτελεί παραβίαση των ορίων του παιδικού ψυχισμού και των αναγκών της παιδικής ηλικίας.
Η μάθηση θα πρέπει να συμβαδίζει με τα στάδια της ψυχικής ανάπτυξης του παιδιού.
Στην προσχολική ηλικία, κυρίαρχη δραστηριότητα θα πρέπει να είναι το παιχνίδι, στην εξελιγμένη του μορφή, το θεματικό παιχνίδι, το οργανωμένο ομαδικό παιχνίδι, και όχι η εκμάθηση γραφής, ανάγνωσης και αρίθμησης. Δεν διδάσκεται η γλώσσα στο Νηπιαγωγείο, με τους κανόνες και της τεχνικές της γραμματικής αλλά με την αυθόρμητη και εξελισσόμενη, συμβολική αναπαράσταση των πραγμάτων και των σκέψεων του παιδιού. Ούτε “μαθαίνει” μαθηματικά το παιδί στο Νηπιαγωγείο. Αποκτά όμως την συνείδηση των σχέσεων των πραγμάτων, σε μεγέθη, αντιστοιχήσεις, οριοθετήσεις, σειριοθετήσεις, γνωρίζει τις γραμμές, τα σχήματα, τα χρώματα και άλλες ιδιότητες των πραγμάτων, όπως οι θέσεις αυτών στο χώρο. Στη φυσική, παρατηρεί τα φυσικά φαινόμενα, τις εξελίξεις μέσα στον χρόνο τις μεταβολές καταστάσεων της ύλης με πειράματα και με διαδραστικές δραστηριότητες.
Ο νεοφιλελευθερισμός σχεδιάζει, προτείνει και στοχεύει στο “μυαλό” των μικρών παιδιών από αυτή την ηλικία του Νηπιαγωγωγείου. Το “μυαλό” είναι ο στόχος....πάντα ήταν...
Θέλουν να “κάψουν” τον εγκέφαλο πριν καλά-καλά αρχίσει να σκέφτεται, να αντιδρά σε προκαθορισμένα ερεθίσματα με επίσης προκαθορισμένα αποτελέσματα.
Έχοντας αυτή ακριβώς την γνώση, θα πρέπει να σχεδιάσουμε την αποδόμηση αυτής της καταστροφής που επιδιώκουν. Στο κέντρο των ενέργειών μας πρέπει να έχουμε την ανάπτυξη της νόησης και του τρόπου λειτουργίας της, ώστε να μπορούν τα παιδιά να μαθαίνουν και τελικά να κρίνουν, να εκφράζονται δημιουργικά για το καλό το δικό τους και της κοινωνίας.
Θέλουν άβολα όντα..
Θέλουμε “μυαλά ανοιχτά”.
Και όπως είπε ο Ρήγας Φεραίος.. “Συλλογάται καλά, όποιος συλλογάται ελεύθερα”.

Κωνσταντίνα Τσιαντή
Νηπιαγωγός-Προϊσταμένη του 12ου Νηπιαγωγείου Βύρωνα


Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Κωνσταντίνα Τσιαντή- Επαναπροσδιορισμός του Αναλυτικού Προγράμματος του Νηπιαγωγείου

Επαναπροσδιορισμός του Αναλυτικού Προγράμματος του Νηπιαγωγείου στην κατεύθυνση της Κριτικής Ριζοσπαστικής Παιδαγωγικής

Μέσα στα πλαίσια της νέας πολυπολιτισμικής κοινωνίας υπάρχει ανάγκη επαναπροσδιορισμού του αναλυτικού προγράμματος στο Νηπιαγωγείο που να είναι ταυτόχρονα ενάντια σε πρακτικές που εγκλείονται στα στενά πλαίσια των συντηρητικών και τεχνοκρατικών προσεγγίσεων, ενάντια στο παγκόσμιο καπιταλισμό και τον νέο ιμπεριαλισμό.
Το πρώτο, απλό, βασικό ερώτημα που τίθεται για αυτόν τον επαναπροσδιορισμό είναι, τι σχολείο θέλουμε, τι ανθρώπους, και ποια αυριανή κοινωνία.
Η βασική ιδεολογία “το μέλλον του ανθρώπου είναι ο άνθρωπος”.
Τα παιδιά, οι αυριανοί πολίτες, θα είναι αυτοί που θα επηρεαστούν περισσότερο από τις ραγδαίες συνεχείς, αλλά και άγνωστες πολιτικές, κοινωνικές και πολιτιστικές αλλαγές. Η ευημερία των παιδιών και η κατά το δυνατόν καλύτερη χρήση του χρόνου και του χώρου τους πρέπει να αποτελέσει πρωταρχικό στόχο της κοινωνίας, η επίτευξή τους επηρεάζεται σημαντικά από το σχολείο.
Είναι δεδομένη η διαμορφωτική δύναμη που έχει το Αναλυτικό Πρόγραμμα, όπως και ο έλεγχος που ασκείται σε αυτό από την εκπαιδευτική πολιτική. Προτείνεται η δημιουργία ενός νέουΑναλυτικού Προγράμματος, που θα στοχεύει στην δημιουργία του καλύτερου μαθησιακού περιβάλλοντος και στην μεγιστοποίηση της αξιοποίησης του χρόνου των παιδιών στο Νηπιαγωγείο με σεβασμό στον άνθρωπο, στον πολιτισμό τους, τις ιδιαιτερότητες και την κουλτούρα τους.
Το Αναλυτικό Πρόγραμμα θα πρέπει να είναι η απάντηση της κοινωνίας στο στρατηγικής σημασίας ερώτημα για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, τι είναι αυτό που αξίζει κάποιος να μάθει?
Ο σχεδιασμός ενός αναλυτικού προγράμματος προυποθέτει την δυνατότητα να δίνονται απαντήσεις στα εξής ερωτήματα...Τι χρειάζεται ένα παιδί για να ζήσει καλά?...να γίνει καλός και ενεργός πολίτης που θα συνεισφέρει στην κοινωνία?...να γίνει ένας άνθρωπος που θα είναι ευχαριστημένος με τον εαυτό του και ικανοποιημένος από την ζωή του?...να γίνει ένας παραγωγικός εργάτης?...να γίνει ένας καλός οικογενειάρχης?....
Το Αναλυτικό Πρόγραμμα χρησιμοποιείται ως μέσο κοινωνικού και πολιτικού ελέγχου, αλλά και της αναπαραγωγής ιδεολογίας.
Επομένως πρέπει να δημιουργηθεί ένα Αναλυτικό Πρόγραμμα όπου η διαφοροποίηση και οι εποικοδομητικές μέθοδοι θα είναι στο επίκεντρο της μαθησιακής διαδικασίας, ένα Ευέλικτο Παιδοκεντρικό Αναλυτικό Πρόγραμμα στην κατεύθυνση της Κριτικής Ριζοσπαστικής Παιδαγωγικής, ώστε να τεθούν οι βάσεις για την διαμόρφωση ελεύθερων προσωπικοτήτων, με ανεπτυγμένη κριτική σκέψη, καθώς και την δημιουργία παιδαγωγικού περιβάλλοντος για την καταπολέμηση των κοινωνικών και εκπαιδευτικών ανισοτήτων.
Η μεγάλη πρόκληση και το δώρο που έχει δοθεί σε αυτή την γενιά είναι η δυνατότητα να επανεξετάσει το νόημα και τη σημασία του “να είσαι άνθρωπος”. Στην παρούσα εποχή εναπόκειται στον άνθρωπο το να βρεί εκείνο τον συνδυασμό ελπίδας και δυνατότητας, μαζί με την πραγματικότητα που μας περιορίζει, να κάνει σωστές επιλογές και να πάρει σωστές αποφάσεις. Το νηπιαγωγείο επομένως αποτελεί την βάση αυτής της διαπαιδαγώγησης.
Αυτές οι δυνατότητες μπορούν να δοθούν μέσα από ένα Αναλυτικό Πρόγραμμα που θα ενθαρρύνει την ενεργητικότητα και την δημιουργία, από την παθητικότητα και την απροβλημάτιστη αποδοχή.
Στα πλαίσια μιας ηθικής διαπαιδαγώγησης , αποτελεί καθοριστική σημασία η αναζήτηση πηγών έμπνευσης οι οποίες θα συμβάλλουν στην διαμόρφωση και αναθεώρηση αντιλήψεων, κοσμοθεωριών, φιλοσοφιών, και γενικά στην ικανότητα συμμετοχής στον πολυδιάστατο κόσμο μας, αντιπαραθέτοντας και δημιουργώντας μέσα από τα ιδανικά του σεβασμού και της προαγωγής του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του.
Το Αναλυτικό Πρόγραμμα του Νηπιαγωγείου πρέπει να είναι μία σύνθεση ιδεών αλλά και πρακτικής. Θα πρέπει να συμπεριλάβει την ιδεολογία των ηθικών αξιών αλλά και των στάσεων εκείνων που υποστηρίζουν νέους τρόπους κατανόησης του κόσμου, με τρόπους που να νοηματοδοτούν την ύπαρξη του ανθρώπου.
Στους βασικούς στόχος του Αναλυτικού Προγράμματος θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη της δυνατότητας των παιδιών να αντιμετωπίζουν διάφορες καταστάσεις και να παίρνουν ορθές αποφάσεις, να εργάζονται αρμονικά σε ομάδες, όπως και να δρούν μέσα στα πλαίσια διαφόρων καταστάσεων και συνθηκών και να αποκτούν δυνατότητες καλής προσαρμογής σε καινούργια δεδομένα.
Επίσης, η κατανόηση του εαυτού τους και των άλλων ανθρώπων (ενσυναίσθηση), η ενδοπροσωπική και διαπροσωπική νοημοσύνη, ο σεβασμός της ιδιαιτερότητας και της απόκλισης ως αξίας, η προαγωγή της συνύπαρξης, της συμμετοχής, της αλληλεγγύης, της ισότητας, της επικοινωνίας, και της δημοκρατίας, της ανεξαρτησίας της γνώμης και της ανάπτυξης της κριτικής σκέψης.
Όλα αυτά συντελούν στην αυτοπραγμάτωση, στην ανάπτυξη του παιδιού ως ιδιαίτερου και ταυτόχρονα μοναδικού, στην καλλιέργεια της δημιουργικότητάς του, ενσωματώνοντας στοιχεία της δημοφιλούς κουλτούρας, δηλαδή του θεάτρου, της μουσικής, της προφορικής ιστορίας, της διήγησης, που μπορούν να αναπτύξουν την κοινωνική και πολιτική συνείδηση των παιδιών.
Ταυτόχρονα θα πρέπει να επιδιώκεται η συναισθηματική και γνωστική ανάπτυξη, και αυτή των εκφράσεων και της φαντασίας, της χωροχρονικής εμπειρίας στην κατανόηση του κόσμου, της διαπραγμάτευσης για το πως είναι η πραγματικότητα και πως βιώνεται και το περιεχόμενο θα πρέπει να έχει προσωπικό νόημα για τον κάθε μαθητή.
Το Αναλυτικό Πρόγραμμα να εφαρμόζεται με την συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων στην μαθησιακή διαδικασία και διαπαιδαγώγηση για την ολοκλήρωσή του. Αυτό επιτυγχάνεται με την αλληλεπίδραση και την ενότητα σκέψης, των συναισθημάτων και της δράσης. Επίσης με ότι έχει σχέση με την ζωή των παιδιών και των ενδιαφερόντων τους, και με την υπαρξιακή σημαντικότητα του περιεχομένου, με έμφαση στο τι συμβαίνει στην ώρα της μαθησιακής διαδικασίας.
Οι νηπιαγωγοίδεν θα πρέπει να αγνοούν τις πηγές έμπνευσης από την καθημερινότητα της τάξης, της κοινωνίας και της κοινότητας. Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί συμβάλλουν με τον δικό τους μοναδικό τρόπο ως πρότυπα και καλό είναι να ενθαρρυνθούν από τους νηπιαγωγούς να επισκεφτούν τις τάξεις, να συμμετέχουν σε σχολικές δραστηριότητες, να προβάλουν τις ιστορίες τους και να είναι διαθέσιμοι για συζήτηση με τα παιδιά.
Ένας άλλος άξονας του Αναλυτικού Προγράμματος του Νηπιαγωγείου θα πρέπει να είναι η ενσωμάτωση ιδεών, αξιών και συναισθημάτων, για την δημιουργία υπεύθυνης περιβαλλοντικής συμπεριφοράς και για την ανάπτυξη του φιλοπεριβαλλοντικού ήθους με ολιστικές παιδαγωγικές προσεγγίσεις και με την συναισθηματική ενεργοποίηση και την ταυτόχρονη γνωστική ανάπτυξη για την διαμόρφωση φιλοπεριβαλλοντικών στάσεων και συμπεριφορών των αυριανών πολιτών και στην ενίσχυση της φιλοπεριβαλλοντικής δράσης.
Όλα τα πιό πάνω θα γίνουν πραγματικότητα σε ένα Δημοκρατικό Δημόσιο Νηπιαγωγείο χωρίς αποκλεισμούς, ανοιχτό προς την κοινωνία, το οποίο θα προάγει Δημοκρατική Παιδεία, ισότιμα σε όλα τα παιδιά και θα διαμορφώνει πολίτες με ήθος και Δημοκρατικό Πνεύμα.
Βασικός σκοπός και στόχος του Αναλυτικού Προγράμματος του Νηπιαγωγείου θα πρέπει να είναι η παροχή στα παιδιά “ ποιοτικής “ γνώσης η οποία προέρχεται από την κοινωνία, διαμεσολαβείται από την κοινωνία και απευθύνεται στην κοινωνία. Είναι η γνώση που προετοιμάζει τα παιδιά για την ζωή με κατάκτηση στάσεων, συμπεριφορών και δεξιοτήτων αυτοελέγχου και αυτοκατεύθυνσης της γνώσης (μεταγνωστικές δεξιότητες). Την γνώση που προωθεί την καινοτόμο πρακτική και την ανάπτυξη της δια βίου μάθησης, ενώ καλλιεργεί την σκέψη, την κριτική, στοχαστική, αναστοχαστική και δημιουργική.
Για τον ορισμό της “ ποιοτικής “ γνώσης είναι απαραίτητο να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη η επικρατούσα φιλοσοφία και οι προτεραιότητες της συγκεκριμένης κοινωνίας στην οποία δημιουργείται το αναλυτικό πρόγραμμα χωρίς να περιθωριοποιούνται και να εξοστρακίζονται οι ιδιαιτερότητες του συνόλου των τάσεων και των ροπών που την συγκροτούν, σε συνδιασμό με τα πορίσματα των ερευνών της ψυχολογίας της μάθησης.
Επίσης βασική προτεραιότητα του Αναλυτικού προγράμματος θα πρέπει να αποτελεί η διαφοροποίηση της διδασκαλίας-μάθησης σε τάξεις μικτής ικανότητας. Αυτό είναι η βάση για ένα σχολείο για όλα τα παιδιά χωρίς αποκλεισμούς.
Η χρήση της τεχνολογίας τόσο από τα παιδιά όσο και από τους νηπιαγωγούς στη μαθησιακή διαδικασία είναι απαραίτητο στοιχείο σε ένα σύγχρονο σχολείο. Τα παιδιά θα πρέπει να εξοικειώνονται με την χρήση των ηλεκτονικών υπολογιστών για την αυτομόρφωσή τους, ενώ μέριμνα πρέπει να ληφθεί όσον αφορά τις παρενέργειες που μπορεί να έχει η πρόσβαση σε δεδομένα και πληροφορίες αναληθείς ή παραπλανητικές.
Στις μέρες μας οι οποίες χαρακτηρίζονται από την οικονομική κρίση του καπιταλισμού, χρειάζεται ένας νέος πολιτικός και παιδαγωγικός διεθνισμός. Είναι η εποχή κατά την οποία το δίπολο νεοφιλελευθερισμός – νεοσυντηρητισμός συνεχίζει να προβάλλεται σαν μονόδρομος σε παγκόσμια κλίμακα.
Είναι επιτακτικά αναγκαίος, ένας νέος διεθνισμός της θεωρίας και της πρακτικής ,που θα έχει σαν κεντρικό στόχο τον ριζικό μετασχηματισμό των κοινωνικών και πολιτικών δομών, των εκπαιδευτικών συστημάτων και των παιδαγωγικών πρακτικών.
Είναι αναγκαίο αυτός να ξεκινήσει από την βασική και τόσο σημαντική βαθμίδα αγωγής και μάθησης των παιδιών, αυτή του Νηπιαγωγείου.

Κωνσταντίνα Τσιαντή
Νηπιαγωγός-Προϊσταμένη του 12ου Νηπιαγωγείου Βύρωνα


Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Καλοφωλιάς, Α. - ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΠΟΛΥΚΛΑΔΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ

Μια αναδρομή, χρήσιμη στη σημερινή συγκυρία

                  

του Α. Καλοφωλιά

Πολιτικού Μηχανικού, Συμβούλου Οργάνωσης και Διοίκησης


Πρόλογος

  Α. Η αναδρομή  σε ένα θεσμό, που έχει εκλείψει από το εκπαιδευτικό μας σύστημα, και η ανάλυση των γεγονότων σχεδιασμού, λειτουργίας και κατάργησής του, έχει, στη σημερινή συγκυρία, δύο στόχους : ένα γενικό και έναν ειδικό
    -ο γενικός στόχος συνίσταται στο να προσδιοριστούν οι παράγοντες και τα δεδομένα, που, άμεσα ή έμμεσα, επηρεάζουν το σχεδιασμό και την εφαρμογή μιας εκπαιδευτικής πολιτικής και να επισημανθούν οι καλές πρακτικές και τα λάθη, ώστε οι μεν να αποτελέσουν παραδείγματα προς μίμηση, τα δε να αποφευχθούν.
     -ο ειδικός στόχος είναι να εισαχθεί για συζήτηση ( ως πρόταση του γράφοντος) η δυνατότητα επανεκτίμησης και επαναξιολόγησης του θεσμού  και  (σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος) η μελέτη επαναφοράς του, με όλες τις αναγκαίες προσαρμογές.
  Β. Ο γράφων είχε μακρόχρονη άμεση συμμετοχή στο σχεδιασμό, την οργάνωση και αρχική λειτουργία του θεσμού. Ο αναγνώστης παρακαλείται να δείξει κατανόηση σε όσες τυχόν περιπτώσεις διακρίνει μια θετική προκατάληψη και υποκειμενικότητα στις κρίσεις . Θα οφείλονται στη συναισθηματική φόρτιση αυτής ακριβώς της άμεσης ανάμειξης .

Τα δεδομένα που προσδιορίζουν την εκπαιδευτική πολιτική στη χώρα μας

Τα κυριότερα δεδομένα, που, άμεσα ή έμμεσα, επηρεάζουν το σχεδιασμό και την εφαρμογή μιας εκπαιδευτικής πολιτικής στη χώρα μας είναι:
 -Η κοινωνική αντίληψη και φόρτιση περί τα ζητήματα της παιδείας και η (στρεβλωμένη) συναφής πεποίθηση ότι τα κύρια προβλήματα αναφέρονται στους τίτλους σπουδών.
 -Η κοινωνική απαξίωση της καλούμενης «επαγγελματικής» εκπαίδευσης.
 -Η πολιτική και κομματική διαχείριση αυτών των στάσεων και νοοτροπίας. Οι  εκάστοτε Κυβερνήσεις προσπαθούν να αποφύγουν μεγάλες αναταραχές και να διατηρήσουν την ηρεμία στο χώρο, με κάθε θυσία. Τα κόμματα της Αντιπολίτευσης επιδιώκουν να «αξιοποιήσουν» για δικό τους όφελος την κοινωνική δυναμική που δημιουργούν τα φοιτητικά και μαθητικά κινήματα.
 -Ο μακρύς χρόνος που απαιτείται για το σχεδιασμό και την εφαρμογή ενός εκπαιδευτικού σχεδίου, σε αντίθεση με την επιθυμία των πολιτικών για «μεταρρυθμίσεις» άμεσης (πολιτικής) απόδοσης.
 -Η επιχειρούμενη (στις περισσότερες περιπτώσεις) κάλυψη συντεχνιακών επιδιώξεων κάτω από το μανδύα εκπαιδευτικών και παιδαγωγικών στόχων.
 -Η διαχρονική υποβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού, όπως αυτή εκδηλώνεται με το επίπεδο των αποδοχών τους και το βαθμό ανταπόκρισης της μόρφωσης και επιμόρφωσής τους, προς το έργο που έχουν να επιτελέσουν.
 -Η ανεπάρκεια του Κρατικού Μηχανισμού (ως δομής) και της Δημόσιας Διοίκησης (ως διαδικασίας) να διαχειριστούν αποτελεσματικά τον κύκλο ζωής (τις φάσεις του σχεδιασμού και της εφαρμογής) ενός εκπαιδευτικού σχεδίου.   

Η προϊστορία


Σε αυτό το κοινωνικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, λειτουργούσαν δύο τύποι λυκείου: το Γενικό, μονόδρομος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, με πρόγραμμα που δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις για γενική παιδεία του ενεργού, κοινωνικά και οικονομικά πολίτη, με κοινωνική, όμως καταξίωση και προτίμηση από το 80% περίπου των μαθητών. Και το Τεχνικό και Επαγγελματικό  (εξωραϊσμός των παλαιότερων σχολών εργοδηγών), που ήταν δεύτερης επιλογής και αποτελούσε καταφύγιο των «αδυνάτων» μαθητών.
Η ιδέα για μια αλλαγή, που θα αντιμετώπιζε και αυτές τις πλευρές του προβλήματος, είχε αρχίσει να ωριμάζει, όχι μόνο ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς, αλλά και σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Μετά από κάποιες προσπάθειες τεχνητής συνένωσης των δύο τύπων, παρουσιάστηκε, μετά τις εκλογές του 1981, από την τότε Κυβέρνηση, η πρόταση για το Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο.   
 

Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή του ΕΠΛ


Όλα όσα αναφέρθηκαν αποτέλεσαν τις βασικές παραμέτρους για το σχεδιασμό και την οργάνωση της λειτουργίας και προσδιόρισαν (σε συνδυασμό και με τους στόχους που τέθηκαν) τα κύρια χαρακτηριστικά του θεσμού. Αυτά ήσαν:
Ως προς τη δομή και το περιεχόμενο:
  -διεύρυνση του περιεχομένου της Γενικής Παιδείας, ώστε να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες και να περιλαμβάνει και νέα πεδία όπως η Οικονομία, η Τεχνολογία και η Πληροφορική.
  -ενιαίο πρόγραμμα μαθημάτων Γενικής Παιδείας (με αυτό το διευρυμένο περιεχόμενο) για όλους τους μαθητές στο πρώτο και, εν μέρει, στο δεύτερο έτος.
  -διαδικασία σταδιακών επιλογών από ευρύτερα σε ειδικότερα επιστημονικά και επαγγελματικά πεδία.
  -ενιαία λειτουργία και σχολική ζωή όλων των μαθητών, ανεξαρτήτως επιστημονικής ή επαγγελματικής κατεύθυνσης, με κοινές δραστηριότητες, εκδηλώσεις και συμμετοχή στην κοινωνική ζωή της περιοχής.
 -εισαγωγή νέου τρόπου διδασκαλίας σε πολλά μαθήματα. Η ελληνική γλώσσα αντιμετωπίστηκε ως ενιαίο σύνολο από την αρχαία ως τη σύγχρονη μορφή της, τα μαθηματικά και η φυσική διδάχθηκαν με νέα μεθοδολογία.
Ως προς τη μέθοδο εφαρμογής:
  -ενημέρωση με αναλυτικά έντυπα και διάλογος με εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές.
  -σταδιακή εξάπλωση του νέου Λυκείου, παρακολούθηση της λειτουργίας του και διορθωτικές επεμβάσεις
  -ουσιαστική και σε βάθος επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, τόσο στη «φιλοσοφία», τους στόχους και το περιεχόμενο του νέου θεσμού, όσο και στον τρόπο διδασκαλίας
 
 
Η αποδόμηση και η κατάργηση

Παρά την αρχική κομματική αντιπαράθεση, το νέο Λύκειο αποτέλεσε, σχετικά γρήγορα, σημείο ευρύτατης πολιτικής συναίνεσης. Μετά, όμως τα πρώτα χρόνια της ευφορίας άρχισαν να αναδεικνύονται και να υπερισχύουν οι επιδράσεις των παραγόντων που προαναφέρθηκαν. Οι πολιτικές, συνδικαλιστικές και διοικητικές παράμετροι (με την κακή τους εκδοχή) λειτούργησαν και «συμμάχησαν» για τη σταδιακή αποδόμηση και, τελικά, την κατάργηση του νέου σχολείου. Ιδού η (αρνητική) συνεισφορά της κάθε πλευράς:
  -Ο διοικητικός μηχανισμός δεν προσαρμόστηκε, ώστε να συνεχίσει την παρακολούθηση της λειτουργίας με αξιολόγηση, συνέχιση των μελετών που είχαν προγραμματιστεί, και με τις αναγκαίες διορθωτικές παρεμβάσεις και τη γενίκευση του θεσμού.
  -Ομάδες εκπαιδευτικών διέβλεψαν ότι η γενίκευση του νέου Λυκείου ενέχει κινδύνους για τα επαγγελματικά τους συμφέροντα. Από τη μια μεριά οι φιλόλογοι, κυρίως, και δευτερευόντως οι μαθηματικοί και οι φυσικοί, εκτίμησαν (με λανθασμένους υπολογισμούς) ότι η γενίκευση θα επιφέρει μείωση της συνολικής τους συμμετοχής στο ωρολόγιο πρόγραμμα. Από την άλλη, οι εκπαιδευτικοί οι προερχόμενοι από τα  Τεχνικά και Επαγγελματικά σχολεία θεώρησαν ότι, με το νέο Λύκειο, που θα αντικαθιστούσε τους δύο παλαιούς τύπους, θα μειώνονταν οι διευθυντικές και ανώτερες διοικητικές θέσεις που θα μπορούσαν αυτοί να καταλάβουν.
  -Η πολιτική ηγεσία, με τις διαδοχικές αλλαγές Υπουργών, δεν συνέχισε να εκδηλώνει εμπράκτως τη στήριξή της στο νέο θεσμό
Η συνδρομή αυτών των παραγόντων, σε συνδυασμό με τον πειρασμό της «μεταρρύθμισης» οδήγησαν στην παρουσίαση προτάσεων κατάργησης του ΕΠΛ και δημιουργίας του ΕΔΛ (Ενιαίου Διαφοροποιημένου Λυκείου) που κατέληξε στο Ενιαίο Λύκειο, δηλαδή το παλιό Γενικό διανθισμένο με «ολίγην τεχνολογία». Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν για αυτή την οπισθοδρόμηση από τους «μεταρρυθμιστές» δεν έχουν βάση. Το ένα, η αδυναμία πλήρους χωροταξικής ανάπτυξης, αντιμετωπίζεται με επιμέρους ειδικές λύσεις (για τις απομακρυσμένες περιοχές). Το άλλο, ότι είναι «ακριβό» σχολείο, είναι λανθασμένο, γιατί η σύγκριση γινόταν μόνο με το Γενικό Λύκειο και όχι με το σύστημα των δύο καταργουμένων τύπων (του Γενικού και του Τεχνικού).
Εξηγείται έτσι το γεγονός ότι για την επιστροφή αυτή στη δεκαετία του 50 δεν υπήρξε καμία ουσιαστική αντίδραση, ούτε από τους πολιτικούς (κόμματα και πρόσωπα), που είχαν πρωτοστατήσει ή εκ των υστέρων αποδεχθεί το νέο θεσμό, ούτε από τους συνδικαλιστικούς φορείς που είχαν υπερθεματίσει για την καθιέρωσή του.    
 
Οι σημερινές συνθήκες

Η «μεταρρύθμιση» εκείνη του 1997, οι πολιτικές επιλογές και πρακτικές, που ακολούθησαν, καθώς και οι κοινωνικές και γενικότερες εξελίξεις οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση. Έτσι σήμερα:
  Α. Ισχύουν τα δεδομένα και οι παράμετροι, που αναφέρθηκαν για τη δεκαετία του 1980
  Β. Η κατάσταση στο λύκειο, και γενικότερα στην εκπαίδευση, έγινε χειρότερη. Το σχολείο αποτελεί πάρεργη (και ανιαρή) απασχόληση για τους μαθητές (αλλά και πολλούς, τους περισσότερους ίσως, εκπαιδευτικούς) και η εκμάθηση κάποιων αναγκαίων, για την απόκτηση τίτλων, πακέτων γνώσεων παρέχεται ιδιωτικώς, επί πληρωμή.
  Γ. Πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις δημιούργησαν επί πλέον δεδομένα, που συνηγορούν υπέρ της επανεξέτασης της δομής και του περιεχομένου του σχολείου.. Ιδού μερικά από αυτά:
-Η Κοινωνία είναι ώριμη να δεχτεί την αρχή της ενιαίας γενικής ολοκληρωμένης παιδείας με διεύρυνση του περιεχομένου της, που θα περιλαμβάνει και θα βασίζεται στα πεδία γλώσσα –έκφραση -επικοινωνία, αριθμητική –αίσθηση χώρου, οικονομία, τεχνολογία –παραγωγή –πληροφορική.
-Με αυτή τη βάση η διαμόρφωση του ολοκληρωμένου πολίτη, απαιτεί άλλη δομή του σχολείου, άλλο περιεχόμενο, άλλο τρόπο δουλειάς στο σχολείο, άλλη λειτουργία του εκπαιδευτικού.
-Οι παιδαγωγικοί και κοινωνικοί λόγοι  για τη σκοπιμότητα της ενιαίας εκπαίδευσης εξακολουθούν να επιβεβαιώνονται. Αναφέρεται σε κείμενο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (8.9.2006): «Όπως προκύπτει από τα περισσότερα στοιχεία της έρευνας, τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, τα οποία χωρίζουν τους μαθητές σε κατευθύνσεις από μικρή ηλικία, επιτείνουν τις συνέπειες του κοινωνικοοικονομικού υποβάθρου στο μορφωτικό επίπεδο και δεν αυξάνουν  την αποδοτικότητα μακροπρόθεσμα».
-Από την άποψη της δυνατότητας απασχόλησης, διαπιστώνεται, όλο και ευρύτερα, ότι έχουν περισσότερες δυνατότητες απασχόλησης και επαγγελματικής ανέλιξης όσοι είχαν ολοκληρωμένη μόρφωση.
-Είναι ανάγκη να συνειδητοποιηθεί και να αξιοποιηθεί από το σχολείο (κυρίως στο επίπεδο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) η νέα πραγματικότητα (κοινωνική, πολιτιστική, οικονομική), που διαμορφώθηκε με τη διεύρυνση του γεωπολιτικού μας χώρου.
-Η νέα σύνθεση του κοινωνικού συνόλου και του μαθητικού πληθυσμού, με την εισροή οικονομικών μεταναστών, δημιουργεί τον κίνδυνο ταξικών και φυλετικών διακρίσεων στα σχολεία μας με νοητές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Γενικού (Ενιαίου) Λυκείου και Τεχνικών ή Επαγγελματικών Σχολών. Διαιώνιση της υπάρχουσας κατάστασης μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Ακόμη και επιχείρηση  εξωραϊσμού της  (του τύπου «Τεχνολογικό Λύκειο»), θα έχει την ίδια αποτυχία με παλαιότερες ανάλογες προσπάθειες (Τεχνικό Λύκειο κλπ).

Ο διάλογος που επιχειρείται

Με αυτά τα δεδομένα είναι φανερό ότι ο διάλογος που επιχειρείται αποβλέπει στον αποπροσανατολισμό από τα ουσιώδη προβλήματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος, ώστε να κερδηθεί χρόνος σχετικής ηρεμίας. Γιατί το θέμα που αρχικά προτάθηκε (και παραμένει ως το κεντρικό ζήτημα} είναι ο  τρόπος εισαγωγής στα ΑΕΙ και ΤΕΙ. «Αξιοποιείται» δηλαδή ένα δημοφιλές θέμα που αναφέρεται στην «τιτλομανία», που διακατέχει την ελληνική κοινωνία, για να προκαλέσει (επιθυμητές) αντιπαραθέσεις, σε ένα «διάλογο», που θα συνίσταται απλώς από  άθροισμα μονολόγων με λανθάνουσες, πολλές φορές, συντεχνιακές επιδιώξεις. Έτσι η ουσία των προβλημάτων περιθωριακά μόνο θα συζητείται. Το γεγονός ότι εκ των υστέρων προστέθηκε ως θέμα και η κατάσταση στο Λύκειο δεν αίρει την διαπίστωση αυτή. Γιατί η αρχική πρόταση είναι εκείνη που φανερώνει τις προθέσεις των εισηγητών της.     
   
Τι προτείνουμε

Αν και όταν υπάρξει πραγματική πρόθεση για σοβαρή αλλαγή, ο διάλογος και η δουλειά που θα προκύψει θα διέπονται από τα ακόλουθα:
Ως προς τις προϋποθέσεις
-          να υπάρξει ευρεία συναίνεση και δέσμευση ότι ο διάλογος και η εφαρμογή των συμπερασμάτων του θα συνεχιστεί ανεξαρτήτως της θητείας του Υπουργού ή του βίου της Κυβέρνησης
Ως προς τις αρχές
-          το σχολείο είναι ο κύριος χώρος παιδείας και εκπαίδευσης
-          ο εκπαιδευτικός είναι ο βασικός συντελεστής της λειτουργίας του σχολείου
Ως προς τα θέματα, σε αυτά πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιλαμβάνονται:
-          η δομή και το περιεχόμενο της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας
     εκπαίδευσης. Εδώ προτείνεται να αναλυθεί και να αξιολογηθεί το ΕΠΛ
     (όχι βεβαίως με τα κριτήρια και τη σπουδή  που εφαρμόστηκαν κατά την
     κατάργησή του). Ο γράφων υποστηρίζει ότι τα σημερινά δεδομένα, όπως
     συνοπτικά ήδη αναφέρθηκαν, συνηγορούν στη μετάβαση σε ένα
     παρόμοιο τύπο σχολείου, με τις αναγκαίες, βεβαίως προσαρμογές που
     υπαγορεύονται από την παρούσα κατάσταση και την εμπειρία της
     παλαιότερης εφαρμογής.
-          ο τρόπος δουλειάς του εκπαιδευτικού και, κατ΄ ακολουθίαν, η μόρφωση, η επιμόρφωση, η κοινωνική και η οικονομική αναβάθμισή του
Ως προς την οργάνωση και τη διαδικασία:
-          να τεθεί υπό την αιγίδα και εποπτεία της Βουλής
-          να εκπονηθεί αναλυτικό θεματολόγιο και να συνταχθεί χρονοδιάγραμμα
-          να συγκροτηθεί εποπτική-συμβουλευτική επιτροπή (ολιγομελής) από έγκριτα πρόσωπα προερχόμενα από την ακαδημαϊκή, οικονομική και παραγωγική κοινότητα.
-          η διαχείριση του διαλόγου θα γίνεται από συντονιστική- επιστημονική γραμματεία
-          να εξασφαλιστεί η συμμετοχή στο διάλογο, πέραν των οργανωμένων ομάδων (κομματικών, συνδικαλιστικών και άλλων), και μεμονωμένων προσώπων.


                                                                          Αλέξανδρος Π. Καλοφωλιάς