Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Κώστας Τσιαντής-ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΊΑΣ


ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΓΩΓΗ  ΤΗΣ  ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΊΑΣ

Κώστας Τσιαντής
Καθηγητής ΤΕΙ Αθήνας-Τμήμα Ενεργειακής Τεχνολογίας,
Yπεύθυνος του ερευνητικού προγράμματος ΦΡΟΝΗΣΗ

Περίληψη. Στην εργασία αυτή παρουσιάζεται η θέση,  ότι η παραγωγή  καινοτομιών δεν είναι απλά τεχνικό ζήτημα, αλλά ζήτημα συνυφασμένο με τις συνθήκες απελευθέρωσης και προαγωγής της ανθρώπινης δημιουργικότητας σε επίπεδο προσωπικό, κοινωνικό, εκπαιδευτικό,  οργανωτικό, θεσμικό, πολιτισμικό, πνευματικό. Οι συνθήκες αυτές βρίσκονται επί μακρόν με αντεστραμμένο πρόσημοΗ Ηη. Η ανάπτυξη καινοτομιών αφορά όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και ευθύνη του σύγχρονου  δημιουργού  και  πολίτη  είναι η εναρμόνιση των οικονομικών και τεχνικών δυνατοτήτων με τις κοινωνικές ανάγκες και την προστασία  του περιβάλλοντος ζωής και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Η οικονομική και αναπτυξιακή έκφραση της καινοτομίας  απαιτεί τον πρακτικό μετασχηματισμό του cοrpus των γνώσεων, την ενθάρρυνση  του επιχειρείν σε κάθε παραγωγικό και πολιτιστικό τομέα, τη δημιουργία συνθηκών για επενδύσεις, καθώς και ικανότητες συνεργασίας και επικοινωνίας με άλλους λαούς και πολιτισμούς. Η ανάπτυξη καινοτομιών στα ΤΕΙ απαιτεί τη δημιουργία  παρατηρητηρίων και κέντρων καινοτομίας, την αναβάθμιση της θέσης της λειτουργικής τεχνικής κατασκευής μέσα στο πρόγραμμα, την ανάπτυξη αυτοδύναμων μεταπτυχιακών προγραμμάτων, την ίδρυση τμημάτων  αειφόρου ανάπτυξης και διαχείρισης γνώσης, καθώς και τη δυνατότητα των ΤΕΙ να επενδύουν  στην παραγωγική αξιοποίηση καινοτόμων γνώσεων και  τεχνολογιών  που επιφέρουν οικονομικούς  πόρους και  υψηλό κύρος στο ίδρυμα.

Ι.
 ΑΝΑΠΤΥΞΗ  ΚΑΙ  ΣΥΝΘΗΚΕΣ  ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
    Σε πρόσφατες έρευνες, που είναι καταχωρημένες στο διαδίκτυο, δίδονται στοιχεία για τα κύρια προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, καθώς και  οι προοπτικές που συνάπτονται με την τεχνολογική καινοτομία και την ανάπτυξη της χώρας  μας, μέσα στο ανταγωνιστικό  περιβάλλον της παγκόσμιας αγοράς. Σχετικά με τα προβλήματα, ενδεικτική είναι η  ετήσια έκθεση  του οργανισμού World Economic Forum (W.E.F), όπου καταγράφεται ο χαμηλός δείκτης ανταγωνιστικότητας  που εμφανίζει  η χώρα μας έναντι των άλλων χωρών (βρίσκεται στην 50η θέση)[1]. Όσον αφορά τις προοπτικές, αξιοσημείωτη είναι η πανελλαδική  έρευνα της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (Γ.Γ.Ε.Τ., 2004), με τίτλο Τεχνολογική Προοπτική Διερεύνηση  στην Ελλάδα (Κούκιος, Αγραφιώτης), στην οποία διερευνώνται οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και οι αναπτυξιακές κατευθύνσεις ανά κλάδο παραγωγής. Χρονικός ορίζοντας των  προβλέψεων και σεναρίων αυτών των μελετών είναι τα έτη 2015 και 2021 και πλαίσιο αναφοράς τους μια Ευρώπη, η οποία «ανταγωνίζεται τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία στις νέες ερευνητικές και τεχνολογικές περιοχές», ενώ συνάμα χαρακτηρίζεται από «άνθιση της επιχειρηματικότητας, διάχυση των τεχνολογιών, προώθηση των καινοτομιών και ισχυρή ανάπτυξη»[2].
     Παρά το σημαντικό ενδιαφέρον που έχουν οι προαναφερθείσες έρευνες, το πρόβλημα με την τεχνολογία και την ανάπτυξη δεν εξαντλείται στο να καταγράψουμε το πού βρισκόμαστε  ως χώρα και το πού ενδέχεται  να πάμε. Σκληρός πυρήνας του προβλήματος παραμένει το πώς θα πετύχουμε  το στόχο της ανάπτυξης, ήγουν: το πώς διαμορφώνουμε ως  χώρα  τις συνθήκες για  την ενεργοποίηση των  ανθρώπινων δυνατοτήτων, το πώς διαχειριζόμαστε το μεγάλο κοινωνικό κεφάλαιο που λέγεται ανθρώπινη δημιουργικότητα, το πώς ενεργοποιούμε και προάγουμε εκπαιδευτικά την τεχνική δημιουργικότητα, το πώς  επενδύουμε σε αναπτυξιακά-παραγωγικά έργα, το πώς μετατρέπουμε  τη δημιουργικότητα σε  καινοτομία και  προϊόν που μπορεί να σταθεί στην  αγορά. Μαζί με τα ζητήματα αυτά, το πρόβλημα της τεχνολογίας είναι συνυφασμένο με το πώς κατανοούμε, διαχειριζόμαστε και αντιμετωπίζουμε (ως πολίτες και συντελεστές της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής) το ζήτημα των επιπτώσεων της τεχνολογίας πάνω στον άνθρωπο, την κοινωνία και τη φύση∙ με το πώς αντιδρούμε απέναντι στην κατάρρευση του περιβάλλοντος ζωής, την εξαφάνιση  των ειδών, τη διογκούμενη ανεργία και ανισότητα, την κοινωνική περιθωριοποίηση και αποξένωση του ανθρώπου, το  μαράζωμα  της προσωπικής ύπαρξης,  την επικίνδυνη αύξηση των ψυχικών παθήσεων ανάμεσα στον πληθυσμό.
     Έχουμε  ως εκπαιδευτική κοινότητα κατανοήσει αυτά τα προβλήματα  και σε ποιο βαθμό;  Τί ζητάμε απ’ την τεχνολογία; Τι θέλουμε ως λαός και τί μπορούμε;  Είμαστε  αποφασισμένοι  να  λάβουμε μέρος στο παιχνίδι της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας; Ποια  είναι τα εμπόδια  που εμφανίζονται και πώς τα ξεπερνούμε;      Τι εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν;
     Το πρόβλημα στη συνολική του μορφή είναι αρκετά  σύνθετο και πολυσχιδές.  Εδώ περιοριζόμαστε σε μια πρώτη διερεύνηση  των παραγόντων του προβλήματος, στον εντοπισμό των εκπαιδευτικών μέτρων που απαιτεί η αντιμετώπισή του καθώς και του ρόλου μας  ως  ακαδημαϊκή κοινότητα στην προαγωγή της καινοτομίας.
ΙΙ
ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ  ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ  ΚΑΙ   ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΗΣ  ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ
    
1. Προσωπικοί  και ψυχοδιανοητικοί παράγοντες της καινοτομίας.
      Η  πρώτη κατηγορία εμποδίων  για την απελευθέρωση της δημιουργικότητας και την ανάπτυξη της καινοτομίας αφορά  την ψυχοδιανοητική κατάσταση του δημιουργού.
        Η ανάπτυξη της τεχνολογίας δεν είναι απλά τεχνικό πρόβλημα. Η τεχνολογία  επινοείται και παράγεται από ανθρώπους. Αλλά  η   ενεργοποίηση της δημιουργικότητας, την οποία εκ φύσεως φέρει κάθε άνθρωπος, δεν είναι μια αυτόματη διαδικασία. Ως κοινωνικά όντα οι άνθρωποι προσδιορίζονται από τις  συνθήκες της κοινωνίας-του περιβάλλοντος μέσα στην οποία ζουν,  αλλά και από   τη δυνατότητά τους να δημιουργούν οι  ίδιοι τις συνθήκες της  ζωής τους.  Αν ως επιστήμονες, ως  δάσκαλοι και  ως πολίτες έχουμε κάποιο ρόλο να παίξουμε σ’ αυτή τη διαδικασία, ο ρόλος μας αυτός επικεντρώνεται στο πώς θα βοηθήσουμε τη νέα γενιά να ξεπεράσει τις συνθήκες  που καταπνίγουν τη δημιουργικότητά της  και   την κρατούν δέσμια της αδράνειας και  της  απογοήτευσης.
       Η  πολιτεία, η διοίκηση και όλοι οι κοινωνικοί και εκπαιδευτικοί φορείς, αν θέλουν την ανάπτυξη της καινοτομίας στη χώρα μας,  έχουν πρωταρχικό καθήκον να  βοηθήσουν στην ψυχο-διανοητική απελευθέρωση του ανθρώπου από την υποταγή του στη μοίρα και  στο  ρεαλισμό του «αυτό δεν γίνεται», τον οποίο έχουν επιβάλει παγιωμένες επί χρόνια αντιλήψεις και πρακτικές. Η απελευθέρωση της δημιουργικότητας και η ανάπτυξη της καινοτομίας προϋποθέτουν το ξεπέρασμα της νοοτροπίας του «δεν γίνεται», που ακούγεται ως πρώτος λόγος σε κάθε περίσταση. Απαιτούν την ενθάρρυνση της νεολαίας ν’ ανακαλύψει τις δυνατότητες της, ν’ αναλάβει πρωτοβουλίες και να ξεπεράσει το  τέλμα της απογοήτευσης και της παραίτησης απ’ κάθε δημιουργικό όραμα και επινόηση.  Ανάδειξη της καινοτομίας σημαίνει πρώτιστα ανάδειξη στον άνθρωπο του αισθήματος της  αυτοπεποίθησης και της  εμπιστοσύνης  στις  δυνάμεις του καθώς και στη δυνατότητα έλλογης διαχείρισης  των πραγμάτων.   
      Πέραν αυτού, η ανάπτυξη της καινοτομίας απαιτεί κατανόηση και σεβασμό απέναντι στην   πλάνη και την αποτυχία που εμφωλεύουν σε κάθε δημιουργικό εγχείρημα. Η ανάδειξη της καινοτομίας προϋποθέτει τόλμη στην ανάληψη από το δημιουργό του κινδύνου της αποτυχίας∙ προϋποθέτει υπομονή και επιμονή στη διαχείριση των δυσκολιών και της αποτυχίας. Κατά τη φάση της δοκιμασίας του ο δημιουργός  χρειάζεται τη στήριξή μας και την κατάφαση εκ μέρους μας  της αλήθειας ότι καινοτομία σημαίνει  ικανότητα να μαθαίνεις από τα λάθη και τις αποτυχίες σου. Αν ο ερευνητής  δεν στηριχτεί κατά τη φάση της κυοφορίας και δοκιμασίας  των ιδεών του -της οποίας η διάρκεια δεν είναι προσδιορίσιμη, τότε υπονομεύεται η βάση για να  ξεπερασθεί η  δυσκολία και να επιτευχθεί κάτι σημαντικό και μεγάλο.  
Κοινωνικοί παράγοντες της καινοτομίας
      Η  δεύτερη κατηγορία εμποδίων αφορά την κοινωνία.
     Οι εμπειρίες  ζωής, που βίωσε ο καθένας μας  σ’ αυτόν τον τόπο, πιστεύω πως αρκούν για να βεβαιώσουν το πόσο αρνητικά η κοινωνία, η πολιτεία και το εκπαιδευτικό μας σύστημα διαχειρίστηκαν μέχρι σήμερα τη δημιουργικότητα του ανθρώπου. Ουσιαστικά την κατέπνιξαν και  την καταπνίγουν- με λίγες μόνο εξαιρέσεις.
      Τη δημιουργικότητα  καταπνίγει η δημόσια διοίκηση όταν, κάθε φορά που επιχειρείς  να κάνεις κάτι, δεν σου λέει κανείς το πώς αυτό γίνεται, αλλά  σου επικαλούνται χίλιους δυο λόγους για το πώς δεν  γίνεται. Τη δημιουργικότητα καταπνίγει η ατέρμονη και δαιδαλώδης νομοθεσία μας, τ’ άρθρα της οποίας δεν  ενθαρρύνουν την κοινωνική δημιουργία και την παραγωγή εγχώριας τεχνολογίας, αλλά  τη συντήρηση  του χτες και την εισαγωγή τεχνολογίας από το εξωτερικό. Τη δημιουργικότητα καταπνίγει η κοινωνική νοοτροπία μας, όταν δεν ενθαρρύνει  την  υγιή επιχειρηματικότητα και δεν στηρίζει ηθικά το επιχειρείν.  Τη δημιουργικότητα  καταπνίγει η παιδεία μας, όταν στερεί το πρόγραμμα από συνδετικούς κόμβους –projects  που ενοποιούν γνώσεις, τεχνικές και επινοήσεις, ενώ  επιμένει αποκλειστικά σε μια σειρά μαθημάτων που δεν βρίσκουν εύκολα  τη λειτουργική  τους  ολοκλήρωση.
        Η τεχνική καινοτομία  λείπει από τα σημερινά εκπαιδευτικά προγράμματα, ακριβώς όπως έλειπε από τα προγράμματα που μας  διαμόρφωσαν κάποτε  ως επιστήμονες και τεχνικούς. Είναι καιρός ν’ αλλάξουμε τις εκπαιδευτικές  συνθήκες, έτσι ώστε αντί να ζητάμε σταθερά απ’ τη νεολαία ν΄ απομνημονεύει τύπους και να μας επαναλαμβάνει έτοιμες λύσεις,  να ζητάμε να αναλάβει το δικό της ενεργητικό ρόλο στη μάθηση και  την τεχνική και επιχειρηματική δημιουργία.
Γνωσιολογικοί παράγοντες της καινοτομίας
     Η  τρίτη κατηγορία εμποδίων  για την απελευθέρωση της δημιουργικότητας και την παραγωγή  καινοτομιών αφορά την αντίληψή μας για τη γνώση.
     Καινοτόμος ανάπτυξη και τεχνολογία  δεν μπορεί να παραχθούν όσο  μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας επικρατεί η αίσθηση ότι Επιστήμη και Τεχνολογία αποτελούν μυστήριο που μπορούν να το κατανοήσουν μόνο λίγοι πεφωτισμένοι. Ως   δάσκαλοι στα ΤΕΙ  δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να προσπαθούμε καθημερινά να διαψεύσουμε το πιο πάνω απαρχαιωμένο δόγμα και να μετατρέψουμε σε διδακτική  πράξη την αρχή, ότι Επιστήμη και Τεχνολογία  αποτελούν έλλογες οντότητες, με  συγκρότηση διάφανη και προσβάσιμη σε κάθε ενδιαφερόμενο. Η πραγμάτωση αυτής της αρχής (που διαφεύγει  δυστυχώς της προσοχής  των ιθυνόντων) απαιτεί  ζήλο, υπομονή και κόπο, αφού το φως της γνώσης- κατά  τη διδακτική του μεταφορά- πρέπει να  παραμείνει φως και να μη μετατραπεί σε σύθαμπο  ή αόριστο νεφέλωμα. Η κατανόηση είναι η αφετηρία της μάθησης και απαιτεί σαφήνεια και έμφαση στη  δομή  του γνωστικού αντικειμένου-και όχι στην άσχετη λεπτομέρεια.  Η ανάπτυξη  καινοτομιών δεν προχωρά χωρίς αυτή τη συνθήκη.
       Καινοτόμος ανάπτυξη, επίσης, δεν μπορεί να παραχθεί όσο συντηρούμε την αντίληψη ότι, αφού υπολειπόμαστε ως χώρα σε θεωρητική και  βασική έρευνα, τίποτα καινοτομικό δεν μπορούμε να κάνουμε. Η αντίληψη αυτή είναι λάθος: Πρώτον,  γιατί η διάχυση της γνώσης, η οποία είναι σήμερα δυνατή μέσα από την ανάπτυξη των βιβλιοθηκών και τις  ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, δεν επιτρέπει ένα τέτοιο ισχυρισμό. Δεύτερον, γιατί μια καινοτομική ιδέα μπορεί να αποτελέσει βάση για επιστημονική-τεχνική συνεργασία με άλλα ιδρύματα ή φορείς.   Και τρίτον, γιατί οι παραγωγοί καινοτομιών, οι εφευρέτες και οι κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας με πρακτική-οικονομική σημασία δεν ανήκουν κατ’ ανάγκη στον ακαδημαϊκό χώρο ή στο χώρο της θεωρητικής και βασικής έρευνας. Στην αρμοδιότητα των χώρων αυτών βρίσκονται βεβαίως οι τεχνολογικές επαναστάσεις, αλλά όχι κατ’ ανάγκη και οι τεχνικές καινοτομίες. Οι τεχνικές καινοτομίες μπορεί να προέλθουν από ανθρώπους με πρακτικά και παραγωγικά ενδιαφέροντα: ανθρώπους που έχουν τεχνικές γνώσεις, που γνωρίζουν την οικονομία, την παραγωγή  και τις κοινωνικές ανάγκες, που έχουν εμπειρία από το χώρο της εργασίας και μπορούν να συνδέουν όλα τα προηγούμενα με μια καινοτόμο ιδέα, η υλοποίηση της οποίας έχει πρακτικό και οικονομικό αποτέλεσμα. Βεβαίως, όσο περισσότερες  γνώσεις έχει κανείς τόσο καλύτερα μπορεί να αποδώσει στο δημιουργικό του έργο. Αλλά όσες γνώσεις κι’ αν έχει δεν μπορεί να τις μετατρέψει σε καινοτομία,  αν  ο ίδιος δεν είναι εξοικειωμένος στην  ενεργοποίηση και  πρακτική έκφραση της δημιουργικότητάς του.
Εκπαιδευτικοί, οργανωτικοί και θεσμικοί  παράγοντες της καινοτομίας
     Η  τέταρτη κατηγορία εμποδίων αφορά τον τρόπο με τον οποίο η παιδεία διαχειρίζεται τη δημιουργικότητα στον τόπο μας. Εδώ θ’ αναφερθούμε μόνο στο χώρο των ΤΕΙ,  διατυπώνοντας  επιγραμματικά κάποιες προτάσεις.
     Για να συμβάλλουν τα ΤΕΙ στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας και της τεχνικής καινοτομίας  απαιτείται  μια σειρά αλλαγών σε επίπεδο διοικητικό, οργανωτικό, και θεσμικό. 
1. Μέσα στα ΤΕΙ είναι ανάγκη  να λειτουργήσουν εργαστήρια καινοτομιών, για αξιοποίηση των ιδεών του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού αλλά και των σπουδαστών. Πρέπει συνάμα να  λειτουργήσουν παρατηρητήρια καινοτομιών, για  παρακολούθηση και αποτίμηση των καινοτομιών, που παράγονται διεθνώς, καθώς  και για  ενημέρωση κάθε  ενδιαφερόμενου.
2. Τα ΤΕΙ πρέπει ν’ αναπτύξουν τη συνεργασία τους με τ’ άλλα ανώτατα ιδρύματα-  Πανεπιστήμια, Πολυτεχνεία- .και ν’ αξιοποιήσουν έρευνες, όπως η Τεχνολογική προοπτική διερεύνηση, προκειμένου να προσδιορίσουν το μέλλον τους και ν’ αναμορφώσουν το περιεχόμενο  σπουδών τους.
3. Τα ΤΕΙ πρέπει να δημιουργήσουν συνθήκες για την προαγωγή των ιδεών και πρωτοβουλιών των καθηγητών τους, που σήμερα  δεν έχουν δυνατότητα να κάνουν κάτι από μόνοι τους,  πέρα από την τήρηση  σειράς κανονιστικών διατάξεων και  την εκλιπάρηση γραφειοκρατικών αποφάσεων.
4.  Για την απελευθέρωση και προαγωγή της δημιουργικότητας τα  ΤΕΙ πρέπει κατ’ αρχήν:
-ν’ αυξήσουν την αυτονομία και την αυτοτέλειά τους, 
-ν’  αλλάξουν  το συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης και εξουσίας
-να αποκεντρώσουν αρμοδιότητες
-ν’ αναπτύξουν αυτοδύναμα μεταπτυχιακά προγράμματα
-να καταστήσουν τα  projects  έρευνας και ανάπτυξης καινοτομιών αναπόσπαστο τμήμα του εκπαιδευτικού προγράμματος και των πτυχιακών εργασιών.
-να ενσκήψουν στον διδακτικό και παραγωγικό μετασχηματισμό του cοrpus των  γνώσεων 
-να δημιουργήσουν τμήματα αειφόρου ανάπτυξης και διαχείρισης γνώσης
-να δημιουργήσουν  συνθήκες για  επικοινωνία και ανάπτυξη των σχέσεων  με άλλα ιδρύματα και φορείς, αλλά και  άλλους λαούς και πολιτισμούς.
5. Η ανάπτυξη της δημιουργικότητας και της καινοτομίας στο χώρο των ΤΕΙ απαιτεί τη δυνατότητα των ΤΕΙ να έχουν ίδιους  πόρους και να επενδύουν - μαζί με άλλους φορείς- σε παραγωγικές δραστηριότητες αιχμής, όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η παραγωγή λογισμικού, η κατασκευή ηλεκτρονικών συσκευών, η λειτουργία τηλεοπτικού καναλιού, η αξιοποίηση της ηλεκτρονικής μάθησης, η προβολή του ελληνικού πολιτισμού  κλπ.  Το ΤΕΙ πρέπει από απλός εκπαιδευτικός οργανισμός να μετατραπεί σε εκπαιδευτικό, ερευνητικό και αναπτυξιακό οργανισμό, πράγμα που θα συμβάλλει στην οργανική ανάπτυξη της σχέσης του  με την παραγωγή, στην αναβάθμιση της αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων του, στη δημιουργία  συνθηκών για πρόσκτηση  ιδίων πόρων, αλλά και στην κοινωνική ενίσχυση του  ρόλου  και  του ακαδημαϊκού κύρους των ιδρυμάτων.
Πολιτισμικοί παράγοντες της καινοτομίας
      Η  πέμπτη κατηγορία   εμποδίων  για την παραγωγική απελευθέρωση της δημιουργικότητας   αφορά τους πολιτισμικούς παράγοντες της καινοτομίας.
     Η   τεχνική καινοτομία είναι συνυφασμένη με την οικονομία και την αναγνώριση των υλικών αναγκών και των αξιών μιας κοινωνίας-  την πρακτική της καθημερινής ζωής. Μπροστά στην παγκοσμιοποίηση της αγοράς, τα ΤΕΙ πρέπει να δώσουν στους σπουδαστές τους ευκαιρίες για σπουδές στον πολιτισμό και στις  αναδυόμενες ξένες γλώσσες. Καινοτομία δεν είναι μόνο η ανακάλυψη των δικτύων ψηφιακής επικοινωνίας για οικονομικές συναλλαγές με άλλους λαούς.  Καινοτομία  είναι και η ανακάλυψη του τρόπου σκέπτεσθαι  άλλων λαών  και πολιτισμών, η οποία κάνει εφικτή την κατανόηση των φόβων και των προσδοκιών τους και ενισχύει την αμοιβαία εμπιστοσύνη  για πολύπλευρη συνεργασία.
     Οι οικονομικές αποφάσεις δεν προσδιορίζονται  σήμερα με κριτήρια μόνο οικονομικά ή γεωπολιτικά, αλλά συγχρόνως με κριτήρια πολιτιστικά. Οικονομία, πολιτική και πολιτισμός αναπτύσσουν στην εποχή της παγκοσμιοποίησης  μια τριπολική διαλεκτική  σχέση. Τα ΤΕΙ πρέπει να προετοιμάσουν τους σπουδαστές τους γι’ αυτή τη σχέση.   
     Μέσα στο τρίγωνο «οικονομία-πολιτική-πολιτισμός»  βρίσκονται σήμερα σε αντιπαράθεση δύο εξελισσόμενες διαδικασίες. Από τη μια,  τα πολιτιστικά πρότυπα δέχονται την πρόκληση  της Επιστήμης να αποκαθαρθούν από προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες και να  επανακυρώσουν ελεύθερα την ταυτότητά τους στα πιο βαθιά θεμέλια του σκέπτεσθαι. Από την άλλη, δέχονται την επέλαση ενός ισοπεδωτικού πολιτιστικού πνεύματος  που  πάει  να αφανίσει τις  φυσιογνωμίες των πολιτισμών και να επιβληθεί βίαια διεθνώς.  Η αντίθεση αυτή βρίσκεται σήμερα στο προσκήνιο της παγκόσμιας ιστορίας, δημιουργώντας από τη μια  αισιοδοξία για το μέλλον, κι’ από την άλλη ανασφάλεια και βίαιες αντιδράσεις. Ενώπιον της κατάστασης αυτής, το πλεονέκτημα στην παγκόσμια σκηνή δεν βρίσκεται απλά στους οικονομικά και τεχνολογικά ισχυρούς,  αλλά και στους λαούς εκείνους που μπορούν να κατανοήσουν τους άλλους, να εμπνεύσουν  σεβασμό και να κερδίσουν  την εμπιστοσύνη τους.
     Βέβαια η κατανόηση αυτή δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Απαιτεί έρευνα στις ρίζες κάθε πολιτισμού και προπαντός μια σκέψη άδολη, απροκατάληπτη και πολυδιάστατη, που σήμερα είναι σπάνια αλλά όσο ποτέ αναγκαία[3].

ΙΙΙ
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
        Ζούμε  ακόμα την εποχή της τεχνικής[4], έγραφε ο Κώστας Αξελός∙ ο κόσμος της τεχνολογίας μόλις τώρα ξανοίγεται μπροστά μας. Ο κόσμος αυτός μας παραπέμπει ξανά στο ερώτημα «ποιοι είμαστε», «τί θέλουμε να είμαστε», «τί σημαίνει να είμαστε»;  Η σύγχρονη τεχνολογία- κινητήρια δύναμη  των εξελίξεων στην κοινωνία και τον πολιτισμό- μας προσφέρεται ως  μεγάλη πρόκληση αλλά κι’ ως ένας μεγάλος κίνδυνος. Για να επιβιώσει  βιολογικά και ηθικά ο σύγχρονος άνθρωπος,  πρέπει να βρει   τρόπο να διαχειρισθεί  έλλογα τη σχέση του με την τεχνολογία, την οποία  μέχρι σήμερα δεν  διαχειρίστηκε  με φρόνηση.   Η ευθύνη για το ζήτημα αυτό δεν ανήκει ασφαλώς μόνο στην αρμοδιότητα των φιλοσόφων, των επιστημόνων,  των οικονομικών παραγόντων και των πολιτικών. Η έλλογη διαχείριση της ανθρώπινης δημιουργικότητας και γνώσης γίνεται σήμερα ζήτημα  των πολιτών, και απαιτεί θεσμούς συμμετοχής  της κοινωνίας στην πολιτική για την τεχνολογία και την ανάπτυξη.
      Τα ΤΕΙ  πρέπει να προετοιμάσουν τους σπουδαστές τους γι’ αυτή την ευθύνη και τη σπουδή της σχέσης τεχνολογίας- κοινωνίας-πολιτισμού. Το γεγονός αυτό δεν προαπαιτεί απλά γνώση, αλλά  διάνοιξη χώρου για αναστοχασμό και  πνευματική όραση, για ωρίμανση της ευθύνης μας ενώπιον του Ανθρώπου. Αυτό είναι το «μέγιστο μάθημα», έγραφε ο Γ. Κυριαζόπουλος, και σ’ αυτό έγκειται σήμερα  η ευθύνη της φιλοσοφίας.  Το μάθημα αυτό θα μπορούσε «να κληθεί εξανθρωπισμός της Τεχνικής  ή φιλοσοφική αγωγή». Όπως  τόνιζε: «‘Ο,τι χρειάζεται σήμερον ο άνθρωπος είναι η συνείδησις της ιστορικής του στιγμής.[..]. ‘Ισως η φιλοσοφία ουδέποτε υπήρξεν εις το ανθρωπιστικόν της νόημα τόσον αναγκαία, όσον κατά την τρέχουσαν ώραν της ιστορίας»[5].
ΠΗΓΕΣ



[1] World Economic Forum (W.E.F), Global Competitiveness Report, 2004.
[2] Από τα αποτελέσματα της  έρευνας «Τεχνολογική Προοπτική Διερεύνηση στην Ελλάδα», που βρίσκονται καταχωρημένα στην  ιστοσελίδα  της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας.
[3] Μια τέτοια σκέψη μας κληρονόμησε ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός, για τον οποίο κυκλοφορούν ανάμεσά μας πλήθος παραμορφωμένες εικόνες. Μια πρόσβαση σ’ αυτή τη σκέψη επιχειρήσαμε με πρόσφατο άρθρο μας, ως μια συμβολή στην προσπάθεια για μια αυθεντική σύγχρονη ανάγνωση της ελληνικής φιλοσοφίας. Δες Κ. Τσιαντής,  «Ενώπιον του όντος- θεμελιώδεις τρόποι του νοείν στην κλασική φιλοσοφία»,  1ο  Παγκόσμιο Ολυμπιακό Συνέδριο Φιλοσοφίας: Φιλοσοφία, ανταγωνιστικότητα και αγαθός βίος,  Αθήνα-Σπέτσες, 27 Ιουνίου-4 Ιουλίου 2004. Περιλαμβάνεται στον 2ο τόμο των πρακτικών του συνεδρίου, που επιμελήθηκε ο καθηγητής φιλοσοφίας  Κ. Βουδούρης και εξέδωσε  η Διεθνής Εταιρεία Ελληνικής Φιλοσοφίας.
[4] Αξελός, Κώστας.  Από τη μυθολογία στην τεχνολογία, (μετφ. Κατερίνα Δασκαλάκη), Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα, Φυλλάδιο 9ο  , 1986.                                                                     
[5] Κυριαζόπουλος, «Το μέγιστον μάθημα»,  στο  Ενώπιον της τεχνικής, Αθήνα : Εκδόσεις. Γρηγόρη, 1971, σ.80. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: